Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

Λαβωμένες μνήμες




Νοέμβριος 1970. Ο καθηγητής του Αστικού Δικαίου κλείδωσε το γραφείο του  και προχωρώντας στο διάδρομο, έβγαλε από την τσέπη του  ένα νόμισμα για να πάρει ένα αναψυκτικό από το αυτόματο μηχάνημα. Πίσω του ένοιωσε μια λαχανιασμένη ανάσα.
-Κύριε καθηγητά ευτυχώς που σας πρόλαβα. Ήθελα να σας παραδώσω την εργασία μου.
Ο καθηγητής γύρισε και κοίταξε τον νεαρό. Το βλέμμα του καθαρό και φωτεινό του φάνηκε γνώριμο. Ξεκλείδωσε πάλι την πόρτα του γραφείου και είπε στον νεαρό να περάσει μέσα.
-Πως σε λένε νεαρέ μου;
-Αλέξη Γεωργίου.
Ο καθηγητής τον κοίταξε πάλι, έχοντας την ίδια αίσθηση ότι κάπου τον είχε ξαναδεί, αλλά το όνομα δεν του έλεγε τίποτα.
-Αυτή είναι η εργασία μου, είπε ο νεαρός και του άφησε επάνω στο γραφείο μερικές δακτυλογραφημένες σελίδες.
Το βλέμμα του καθηγητή έπεσε στο ρολόι του νεαρού που φάνηκε στον καρπό του καθώς του παρέδιδε την εργασία του. Δεν μπορεί, αυτό το ρολόι είναι ίδιο με εκείνου, το ασυνήθιστο χρώμα στο καντράν το έκανε  μοναδικό. Ο καθηγητής έπιασε ταραγμένος το χέρι του φοιτητή και κοίταξε επίμονα το ρολόι.
-Ήταν του πατέρα μου, είπε ο νεαρός, δυστυχώς δεν τον γνώρισα και είναι το μοναδικό πράγμα που έχω από εκείνον, καθώς και το όνομά του, Αλέξη τον έλεγαν, Αλέξη Παναγιώτου… τον έχασα πριν γεννηθώ. Το Γεωργίου είναι του πατριού μου.
-Νεαρέ μου την μητέρα σου την λένε Θάλεια;
-Ναι, την ξέρετε;
-Την ήξερα, όπως ήξερα και τον   πατέρα σου ο οποίος ήταν κάτι παραπάνω από φίλος μου, ήταν αδελφός.
φιλία μας με τον πατέρα σου ήρθε στα φοιτητικά μας χρόνια. Μαζί με την μητέρα σου, συμφοιτήτρια μας και αυτή είμαστε αχώριστοι.  Έμελλε όμως να μας χωρίσει ο πόλεμος. Μαζί καταταχτήκαμε και βρεθήκαμε στον ίδιο λόχο. Μαζί υπομείναμε τις κακουχίες του πολέμου, το κρύο, την πείνα, τον φόβο. Παραστάτης μου στις μάχες εκεί στα Αλβανικά βουνά… Εκείνη την ημέρα ο λόχος μας είχε καταφέρει να καταλάβει ένα ύψωμα και προς το σούρουπο εξαντλημένοι καθίσαμε να πάρουμε μια ανάσα προφυλαγμένοι πίσω από κάτι βράχους. Ο πατέρας σου έβγαλε από την τσέπη του ένα γράμμα που είχε λάβει το πρωί, αλλά δεν είχε προλάβει να το διαβάσει. Ήταν από την μητέρα σου. Καθώς το διάβαζε έλαμπε ολόκληρος.  Φαινόταν πως είχε ξεχάσει που βρισκόμαστε.
-Είμαι ευτυχισμένος, μου φώναξε και σηκώθηκε επάνω χωρίς προφυλάξεις, είμαι ευτυχισμένος! Και εκεί  τον βρήκε η σφαίρα. Έπεσε  δίπλα μου, αιμόφυρτος. "Φεύγω αδερφέ μου", μου είπε. Άγγιξε  τον σταυρό που φορούσε και μου είπε να τον δώσω στην μητέρα του και μετά έβγαλε το ρολόι του και μου είπε να το δώσω στην Θάλεια και να της πω πως την αγάπησε πολύ. Ύστερα άφησε την τελευταία του πνοή. Το γράμμα που κρατούσε στα χέρια του νότισε από τα αίματα, ποτέ δεν έμαθε τι του έγραφε η Θάλεια και τον έκανε τόσο ευτυχισμένο. Όταν επιστρέψαμε στα σπίτια μας εκτέλεσα τις τελευταίες του επιθυμίες…, μετά ήρθε η κατοχή, οι δυσκολίες της ζωής  και δεν ξαναείδα την μητέρα σου.
-Σε αυτό το γράμμα του έγραφε πως περίμενε το παιδί του, εμένα δηλαδή, είπε ο νεαρός.
Έμειναν σιωπηλοί για λίγο, μετά ο καθηγητής σηκώθηκε και αγκάλιασε τον Αλέξη συγκινημένος.
-Να ήξερες πόσο του μοιάζεις παιδί μου!


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 14ο  "Παιχνίδι παίζοντας με τις λέξεις" που διοργανώνει κάθε φορά με άψογο τρόπο η Μαρία  στο blog https://mytripssonblog.blogspot.gr/


Οι λέξεις με τις οποίες παίξαμε αυτή την φορά ήταν:
Χρώμα, φιλία, παραστάτης, νόμισμα, βλέμμα

Μαρία μου σε ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία και ευχαριστώ πολύ και όσους επέλεξαν  την δική μου συμμετοχή κατά την βαθμολογία. Συγχαρητήρια στην φίλη Μαρία Κανελλάκη που πήρε την πρωτιά!

Σας εύχομαι ένα πολύ καλό μήνα!
Φιλάκια πολλά!

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Χάρτινες καρδιές

Οι χάρτινες καρδιές είναι πολλές
ανάβεις ένα σπίρτο και τις καις
και δεν γυρνάς ξανά σ' αυτές
(στίχοι αγαπημένου τραγουδιού)


Αλήθεια εσείς συναντήσατε ποτέ μια χάρτινη καρδιά που σας άφησε σημάδια...


Οι δικές μου είναι μεν χάρτινες και συγκεκριμένα από εφημερίδα,
αλλά είναι ακίνδυνες, δεν θα σε γελάσουν ποτέ.


Τόσο ακίνδυνες που ως και πεταλούδες  ξαποσταίνουν πάνω τους,  Άνοιξη γαρ!



Η Άνοιξη που έχει βάλει τα καλά της και μας τρελαίνει με τα αγριολούλουδα
που ξεφυτρώνουν παντού.




Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Κλήρωση!

Κατ' αρχάς θέλω να σας ευχαριστήσω για τις ευχές που αφήσατε
στην ανάρτηση των γενεθλίων του blog μου και να σας ζητήσω
συγνώμη που καθυστέρησα λίγο την κλήρωση, αλλά έπρεπε
να κάνω ανάρτηση για την φωτο-συγγραφική σκυτάλη πρώτα
επειδή είχε έρθει η σειρά μου.

Λοιπόν ευχές άφησαν:


  1. ANNA Flo
  2. Giannis Pit
  3. DIMI
  4. ΔΕΛΦΙΝΑΚΙ
  5. Mary Pertax
  6. metaxia nikolopoulou
  7. Σμαραγδάκι Ρούλα
  8. Δημιουργία
  9. Marie-Anne
  10. Ο κόσμος της Ράνιας
  11. Ρένα Χριστοδούλου
  12. piseth san
  13. BUTTERFLY
  14. nikol
  15. Maria Kanellaki
  16. Memaria

Η τυχερή που κερδίζει το καπελάκι των ξωτικών είναι:


Η τυχερή είναι η nikol με το νούμερο 14. Νικόλ μου εύχομαι να είσαι πάντα τυχερή
και περιμένω την διεύθυνση σου στο e-mail μου για να σου στείλω το δωράκι σου.



Σας ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου για τις ευχές σας 
και τα ενθαρρυντικά σχόλια που αφήνεται όταν επισκέπτεστε το blog μου.


Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Παιχνίδια της μοίρας



Η γυναίκα όπως κάθε απόγευμα ξεκίνησε την μοναχική της βόλτα, δίπλα στην ακροθαλασσιά. Έφτασε στην ξύλινη αποβάθρα, εκεί που έδεναν οι ψαράδες τις ψαρόβαρκες και κάθισε. Ήταν κάτι που έκανε κάθε μέρα, κάτι σαν ιεροτελεστία. Τα χέρια της αναζήτησαν την  καρδιά που ήταν χαραγμένη στον πρώτο  πάσσαλο. Αν και το ξύλο το είχε φάει η αλμύρα, τα δύο αρχικά Ν & Κ μετά από τριάντα χρόνια φαινόντουσαν ακόμη. Μόνο που τώρα μια ρωγμή στο ξύλο χώριζε τα δύο γράμματα στη μέση.  Για άλλη μια φορά τα μάτια της βούρκωσαν. Σηκώθηκε και συνέχισε την βόλτα της…
Το αγόρι ήταν εκεί και την είδε…
Ο άνδρας σταμάτησε το αυτοκίνητο δίπλα στην ξύλινη αποβάθρα και βγήκε έξω. Απέναντι φαινόταν το χωριό του ξαπλωμένο δίπλα στην ήρεμη λιμνοθάλασσα σε αντίθεση με την καρδιά του που παλλόταν φουρτουνιασμένη, καθώς οι αναμνήσεις ήρθαν να τον στοιχειώσουν για άλλη μία φορά. 
Μόλις είχε τελειώσει την στρατιωτική του θητεία και οι δικοί του πήραν την απόφαση προκειμένου να γλυτώσουν την περιουσία τους από τον πλειστηριασμό των τοκογλύφων, να τον στείλουν μετανάστη στην Αμερική. Τον έφεραν προ τετελεσμένων γεγονότων και έτσι βρέθηκε να πλένει στοίβες πιάτα στο εστιατόριο του θείου του δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Έτσι άρχισαν οι χειμώνες της μοναξιάς του. Ξεχρεώθηκε η περιουσία, αλλά μετά έπρεπε να ετοιμάσει προίκα για τις τέσσερις αδερφές του. Και τα χρόνια πέρασαν και η προσωπική του ζωή έμεινε στο περιθώριο.
 Κάθισε δίπλα στον πρώτο πάσσαλο και τον ψηλάφισε. Τα χέρια του άγγιξαν την καρδιά. Ήταν ακόμα εκεί, εκεί που την χάραξε μαζί με την Κατερίνα μια βραδιά πριν από τριάντα χρόνια ανταλλάσσοντας όρκους αγάπης. Η Κατερίνα που κάτω από την πίεση των δικών της παντρεύτηκε με προξενιό, κάπου εκεί που ο ίδιος ετοίμαζε προίκες για τις αδερφές του. Και κάπως έτσι άρχισαν οι χειμώνες της δικής της απελπισίας, αλλά και της δική του, αφού δεν είχε λόγο να γυρίσει πλέον πίσω. Έμαθε πως τώρα πια ο άνδρας της είχε πεθάνει. Κάθισε κάμποσο εκεί βυθισμένος στις αναμνήσεις του. Σηκώθηκε να φύγει…
 Το αγόρι ήταν εκεί και τον είδε.
Με την άκρη του ματιού του είδε και την γυναίκα να επιστρέφει από την βόλτα της. Έπρεπε να ενώσει τον χρόνο τους, να τον κάνει μια στιγμή, έπρεπε να καθυστερήσει τον άνδρα.
-Συγνώμη κύριε, ξέρετε από ψάρεμα; Ο άνδρας τότε πρόσεξε το αγόρι και έπιασε κουβέντα μαζί του.
Η γυναίκα πλησίασε, είδε το αγόρι και μετά κοίταξε τον άνδρα.
-Νικόλα… εσύ! Της ήρθε λιποθυμιά. Την πρόλαβε πριν πέσει και την κράτησε στην αγκαλιά του.
-Κατερίνα!
Το αγόρι απομακρύνθηκε σιγοσφυρίζοντας. Ήταν η μοίρα τους που θέλησε να τους ενώσει και να μπει η άνοιξη  στις καρδιές τους…


Αυτή ήταν η ιστορία μου που έγραψα για την Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #1 που διοργανώνει η Μαίρη από το blog Γήινη Ματιά.
Πήρα την σκυτάλη από την Μαρία και το blog της mytripssonblog η οποία διάλεξε την πιο πάνω φωτογραφία για μένα. 
Παραδίνω την σκυτάλη στην Άννα που έχει  το blog ατενίζοντας. Για την Άννα διάλεξα αυτή την φωτογραφία.


Πηγή: Pixabay


Άννα μου ελπίζω να σου αρέσει. Σου εύχομαι καλή επιτυχία!


Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Παρθενικό ταξίδι 8 Μαρτίου του 2012


Ένα καράβι παλιό μα γερό σκαρί, με μια καπετάνισσα που ακροβατεί

μεταξύ παραμυθένιου και πραγματικού κόσμου σήκωσε άγκυρα άγριο

χάραμα στις 8 Μαρτίου του 2012.

Πήρε μαζί της πιστό και αγαπημένο τσούρμο που την ακολουθεί

από το πρώτο εκείνο μπάρκο και συνεχίζει μέχρι σήμερα μαζί της.

Σε κάθε λιμάνι όλο και κάποιος ανέβαινε σε τούτο το σκαρί,

υπάρχουν θέσεις αν θέλεις κενές  και από τότε ταξιδεύει σε θάλασσες

πραγματικές και φανταστικές.

Δεν πρόκειται να χαθεί γιατί έχει Φάρο Εκείνον, που ναι μεν την άφησε μια τέτοια

σημαδιακή ημέρα στις 8 του Μάρτη, πριν κάποια χρόνια για να ταξιδέψει

στις συννεφένιες θάλασσες του σύμπαντος, της έδειξε όμως και της δείχνει πάντα

την σωστή ρότα, για το δίκιο, την αξιοπρέπεια, το φιλότιμο και όλες τις αξίες της ζωής

και που δεν χρειαζόταν καμία Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας για να του μάθουν πως

να έχει την γυναίκα του πάνω και από τον ίδιο του τον εαυτό.

Αχ μωρέ μπαμπά πόσο μου λείπεις!!!



Βίρα τις άγκυρες  "Τα μονοπάτια της φαντασίας μου" είναι εδώ και θα σας ταξιδέψουν

και πάλι.

Σήμερα λοιπόν έχει γενέθλια το blog μου και αν αφήσεις αγαπημένο μου τσούρμο

εδώ κάποιο σχόλιο μέχρι και την Κυριακή (11 Μαρτίου) ένας από εσάς μετά από κλήρωση

θα κερδίσει ένα από τα γνωστά καπελάκια-καρφίτσες- κοσμήματα που αποκτήσαμε

στο τελευταίο μας πειρατικό γιουρούσι  (που σας έδειξα στην προηγούμενη ανάρτηση

ήθελα να πω).

Καλά μας ταξίδια!





Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Τα καπελάκια των ξωτικών



«Γεια σου μικρούλα μου γιατί κλαις και είσαι λυπημένη; Και γιατί φώλιασες μέσα στην κουφάλα τούτου του δέντρου που οδηγεί στο σπίτι μου;».
«Συγνώμη» ψιθύρισε η μικρή Λένα και κοίταξε γύρω της να δει ποιος της μιλάει, αλλά δεν είδε κανέναν. «Ποιος μου μιλάει;» ρώτησε φοβισμένα.
«Ναι έχεις δίκιο, δεν με βλέπεις… περίμενε να βγάλω το καπέλο μου που με κάνει αόρατο.   Ουπς… τώρα με βλέπεις; Τούτο το καπελάκι το φοράμε εγώ και οι φίλοι μου, γινόμαστε αόρατοι και ερχόμαστε όποτε θέλουμε στον κόσμο σας".

                                                    

Η μικρή Λένα τρόμαξε καθώς είδε μπροστά της ένα μικρό ξωτικό να κάθεται σε μία γωνιά μέσα στην κουφάλα του δέντρου.
«Μην φοβάσαι» της είπε το μικρό ξωτικό, «εγώ θέλω να γίνουμε φίλοι και να σε βοηθήσω. Θέλω να είσαι χαρούμενη, όλα τα παιδιά θέλω να είναι χαρούμενα».
«Πώς να είμαι χαρούμενη, τα βλέπεις αυτά τα τρία παιδιά που έρχονται προς τα δω; Αυτά με κοροϊδεύουν γιατί έχω λίγο μεγάλα αυτιά, μου παίρνουν το κολατσιό μου στα διαλείμματα, με κτυπούν και με απειλούν πως αν τα πω όλα αυτά στους γονείς μου ή στους δασκάλους μου θα μου κάνουν χειρότερα. Μακάρι να μπορούσα και εγώ να φορέσω ένα καπέλο και να γίνω αόρατη. Θα περνούσα απαρατήρητη και θα έβρισκα την ησυχία μου. Ωχ πλησιάζουν… θα με δουν και τότε αλίμονο μου»

 

«Ένα τόσο όμορφο, έξυπνο και ευγενικό κοριτσάκι σαν εσένα είναι κρίμα να θέλει να φορέσει το καπέλο μου για να γίνει αόρατο. Έλα ησύχασε, της είπε το μικρό ξωτικό και ακολούθησέ με, ξέρω κάποιον που μπορεί να σε βοηθήσει» και με μιας τσούλησε σε μια τσουλήθρα στο βάθος του δέντρου και η μικρή Λένα από τον φόβο μην την βρουν οι διώκτες της το ακολούθησε και βρέθηκε σε ένα κόσμο παραμυθένιο.
Ένα καταπράσινο λιβάδι  απλωνόταν μπροστά της κεντημένο με πανέμορφα λουλούδια σε όλα τα χρώματα και με ποικίλες ευωδιές. Μικροσκοπικά σπιτάκια ήταν διάσπαρτα παντού και ένα πλήθος ξωτικών περιφερόταν ανάμεσά τους.
«Λένα καλωσόρισες στον κόσμο μου. Στον κόσμο των ξωτικών και μπορώ να σου πω πως εδώ εμείς περνάμε καλά, βοηθάμε ο ένας τον άλλο και δεν σκεφτόμαστε να κάνουμε κακό σε κανένα. Σου αρέσει;»
«Όμορφα είναι! Μπορώ να μείνω εδώ για πάντα;»
«Δεν νομίζω να θέλεις να μείνεις εδώ για πάντα, έχεις τους γονείς σου που σε αγαπούν και θα λυπηθούν πάρα πολύ αν σε χάσουν».
«Έχεις δίκιο, αλλά έτσι θα απαλλασσόμουν από τους τυράννους μου» είπε η μικρή Λένα.
«Έχω λύση… έλα μαζί μου» είπε το ξωτικό και οδήγησε την Λένα σε ένα σπιτάκι στην άκρη του λιβαδιού. Κτύπησαν την πόρτα και αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά τους ένα ηλικιωμένο ξωτικό. Το μικρό ξωτικό του είπε το πρόβλημά της Λένας και του ζήτησαν την γνώμη του.
«Πρώτα πρώτα μικρή μου Λένα, της είπε,  πρέπει να μιλήσεις στους γονείς σου και εκείνοι ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, όσο για αυτούς τους τρεις θα τους αναλάβουμε εμείς. Τα καπελάκια που μας κάνουν αόρατους, τι τα έχουμε;».

                        

Η Λένα κάθισε πολλές ώρες μαζί τους, έπαιξε για πρώτη φορά ξένοιαστα ξωτικοπαιχνίδια και έφαγε μπόλικες ξωτικολιχουδιές. Όταν έφυγε το μικρό ξωτικό φόρεσε το καπελάκι που το έκανε αόρατο και την ακολούθησε. Θα έμενε μαζί της για όσο χρειαζόταν.
Η Λένα παίρνοντας θάρρος από το μικρό ξωτικό ομολόγησε στους γονείς της το δράμα που περνούσε και εκείνοι με την σειρά τους μίλησαν στους δασκάλους. Όλοι μαζί προσπάθησαν να συνετίσουν τους άτακτους μαθητές, οι οποίοι παρόλα αυτά στα κρυφά συνέχιζαν να κοροϊδεύουν την Λένα. Εκεί πλέον ανέλαβε δράση το μικρό ξωτικό.
Κάθε φορά που έλεγαν κάτι για τα αυτιά της Λένας το ξωτικό, έτσι αόρατο που ήταν, τους τραβούσε τα δικά τους αυτιά λες και ήθελε να τους τα ξεριζώσει. Πονούσαν και δεν ήξεραν από πού τους ήρθε. Κάθε φορά που της έπαιρναν το κολατσιό της, το ξωτικό τους έριχνε μπόλικο πιπέρι που τους έκαιγε την γλώσσα και κάθε φορά που πήγαιναν να την κτυπήσουν το ξωτικό τους έβαζε τρικλοποδιά και έπεφταν κάτω. Η Λένα, αλλά και τα άλλα παιδιά βλέποντας όλα αυτά γελούσαν με την ψυχή τους.
Οι άτακτοι μαθητές όταν είδαν πως είχαν γίνει ο περίγελος του σχολείου κατάλαβαν το λάθος τους και άφησαν ήσυχη την μικρή Λένα η οποία έζησε χαρούμενη και ευτυχισμένη δίπλα στους γονείς της και στους φίλους της τα ξωτικά. 
Από τότε πηγαίνει  αρκετά συχνά στον κόσμο των ξωτικών και παίζει μαζί τους, αλλά και εκείνα έρχονται στον κόσμο μας, φορώντας τα καπελάκια που τα κάνουν αόρατα.




Τα καπελάκια μου βέβαια που είναι καρφίτσες για το πέτο κάθε άλλο παρά απαρατήρητα πέρασαν, αφού άρεσαν στους περισσότερους από εσάς όταν τα είδατε στον διαγωνισμό "Άλλαξέ το" που διοργάνωσε η Αριστέα.
Αριστέα μου ένα από τα καπελάκια μου είναι δικό σου και σε ευχαριστώ για την φιλοξενία και για την τύχη που είχα στην κλήρωση.


Υ.Γ. Το παραμυθάκι είναι αφιερωμένο στην Pippi που φαντάστηκε τα καπελάκια να τα φορούν θηλυκά ξωτικά (έτσι έγραψε στο σχόλιο που άφησε κατά την βαθμολογία). Κάπως έτσι τα είχα φανταστεί και εγώ. Επίσης σε όλους εσάς, που σας άρεσαν τόσο!
Καθώς και στον Ηλία και την Μαριλένα, τα δύο εγγονάκια μου.
Να περνάτε καλά και να θυμάστε αν θέλετε να περάσετε απαρατήρητοι δεν έχετε παρά να φορέσετε ένα από τα καπελάκια των ξωτικών.
Φιλιά!

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Ένας χαρταετός




Δεκάδες χαρταετοί πετούσαν στον καταγάλανο ουρανό. Χοροπηδούσαν, γελούσαν, έκαναν τρελές τούμπες και χαίρονταν με τα γέλια των παιδιών που κρατούσαν τον σπάγκο τους. "Άσε καλούμπα" φώναζαν στα παιδιά, να πάμε ψηλά!!!

Μόνο ένας χαρταετός δεν συμμετείχε σε τούτο το γλέντι. Καθόταν εκεί, πιο ψηλά από τους άλλους και καμάρωνε τα χρώματά του και το μέγεθός του, η αλήθεια είναι πως ήταν ο πιο μεγάλος. Οι άλλοι χαρταετοί του φώναζαν να παίξει μαζί τους, αλλά εκείνος έλεγε από μέσα του "σιγά μην παίξω με εσάς τους παρακατιανούς".

Εσύ χάνεις του έλεγαν οι άλλοι. Σήμερα είναι η ημέρα μας, πρέπει να χαίρεσαι την ελευθερία του πετάγματος, γιατί αύριο τα παιδιά θα γυρίσουν  πάλι στα διαβάσματά τους και θα μας κλείσουν σε κάποια αποθήκη και θα περιμένουμε έναν ολόκληρο χρόνο να ξαναπετάξουμε.
Εκείνος δεν άκουγε, ζούσε στον κόσμο του, ένιωθε ανώτερος. Σιγά μην κάνω τις τρέλες που κάνετε εσείς σκεφτόταν. Εγώ δεν θέλω να χαλάσω την φορεσιά μου!

Μετά το μεσημέρι  ο αέρας δυνάμωσε και τα πρώτα γκρίζα σύννεφα φάνηκαν στον ουρανό.
-Αδέλφια μάλλον θα βρέξει, φώναξε ένας χαρταετός.
-Ευτυχώς τα παιδιά το κατάλαβαν και άρχισαν να μαζεύουν τον σπάγκο μας, είπε ένας άλλος.
Σιγά σιγά όλοι οι χαρταετοί άρχισαν να κατεβαίνουν.
Μόνο ο μοναχικός χαρταετός αντιστεκόταν και δεν κατέβαινε, όσο και αν το παιδάκι προσπαθούσε να μαζέψει τον σπάγκο του.
-Τι κάνεις; του φώναζαν οι άλλοι, σε λίγο θα βρέξει και θα καταστραφείς... κατέβα...
-Η δική μου η φορεσιά είναι αδιάβροχη τους απαντούσε, δεν είμαι σαν και εσάς, εγώ δεν φοβάμαι τίποτα.

Όσο και να προσπαθούσε το παιδί να τον κατεβάσει δεν μπορούσε. Εκείνος αντιστεκόταν, ώσπου ένας δυνατός αέρας του έκοψε τον σπάγκο και άρχισε να παρασύρεται μακριά.
Στην αρχή το διασκέδαζε.
Καλύτερα έτσι σκεφτόταν τώρα θα δω  καινούργια πράγματα. Πέρασε πάνω από την μεγάλη πόλη και άρχισε να πηγαίνει προς την εξοχή.
Οι πρώτες σταγόνες της βροχής τον πέτυχαν όταν περνούσε πάνω από ένα ποτάμι. Δεν έδωσε σημασία, αλλά όταν η βροχή δυνάμωσε άρχισε να φοβάται. Ο αέρας είχε δυναμώσει και άλλο. Ο χαρταετός άρχισε να χάνει ύψος, γιατί η ουρά του είχε βαρύνει από την βροχή.

Τελικά έπεσε πάνω σε ένα δέντρο και η φορεσιά του σκίστηκε. Ένα άλλο φύσημα του αέρα τον ελευθέρωσε από το δέντρο και τον έριξε μέσα στα λασπόνερα στην αυλή ενός αγροτόσπιτου.
Έμεινε όλη την νύκτα εκεί να κλαίει για το χάλι του.
Το πρωί τον βρήκε ένα οκτάχρονο κοριτσάκι και φώναξε στον αδερφό της που ήταν λίγο μεγαλύτερος.
-Τι θέλαμε χθες και η μαμά δεν μπορούσε να μας το φτιάξει, γιατί δεν θυμόταν πως μας τον έφτιαχνε ο μπαμπάς πριν πάει στον ουρανό;
-Έναν χαρταετό, απάντησε το αγόρι.
-Νάτος, ο μπαμπάς μας τον έστειλε, από εκεί ψηλά.
-Μα αυτός είναι κατεστραμμένος.
Άκουσε τα λόγια τους η μαμά τους και πλησίασε να δει τι είχαν βρει τα παιδιά.
-Ο σκελετός του είναι γερός, θα τον ξαναφτιάξουμε. Κάπου έχω μια εφημερίδα, θα φτιάξω και αλευρόκολλα και σε λίγη ώρα θα είναι έτοιμος.



Στο άκουσμα όλων αυτών ο χαρταετός ανατρίχιασε.
-Για ποιον με περάσατε, εγώ δεν θέλω μια τέτοια φορεσιά...άκου εφημερίδα...όσοι με δουν θα με κοροϊδεύουν.
Η εφημερίδα κολλήθηκε πάνω στο σκελετό του χαρταετού και τα παιδιά ενθουσιάστηκαν.
-Μαμά έφερα μερικά λουλούδια από την αμυγδαλιά μας να τα κολλήσουμε γύρω γύρω σαν στεφάνι, είπε το κοριτσάκι.
-Να πάρε και αυτούς τους δυο πανσέδες και βάλτους για μάτια και αυτό το μακρόστενο φυλλαράκι για μύτη, είπε το αγόρι.
-Πάω να φέρω και λίγες κατακόκκινες ανεμώνες για στόμα.
Σε λίγο όλα ήταν έτοιμα!
-Πρέπει να του φτιάξουμε και ουρά, είπε η μαμά τους, πάω να φέρω μερικά χρωματιστά κουρελάκια.
-Κουρελάκια; που ξέπεσα φώναζε ο χαρταετός. Δεν πρόκειται να πετάξω εγώ με αυτά τα χάλια.
Τα παιδιά κάθισαν και καμάρωσαν λίγο τον χαρταετό τους και μετά πήγαν να τον πετάξουν ψηλά.
Ο χαρταετός όμως δεν έλεγε να πετάξει. Αντιστεκόταν. Ντρεπόταν για την φορεσιά του.
Πρώτη προσπάθεια, δεύτερη προσπάθεια και τα παιδιά σκέφτηκαν πως κάτι δεν είχαν φτιάξει σωστά.
-Ας κάνουμε άλλη μία προσπάθεια είπε η μητέρα και τότε ένα αεράκι σήκωσε ψηλά τον χαρταετό.
Τα παιδιά ζητωκραύγαζαν χαρούμενα, ενώ ο χαρταετός σκεφτόταν πως ευτυχώς που δεν ήταν άλλοι χαρταετοί εκεί γύρω να δουν το χάλι του.

Όπως στεκόταν εκεί ψηλά, πέρασαν πέντε έξι σπουργίτια δίπλα του και τα άκουσε να λένε πως δεν είχαν δει πιο ωραίο χαρταετό.
-Ορίστε μας ειρωνεύονται και τα σπουργίτια τώρα, σκέφτηκε.
Μετά από λίγο ένα περιστέρι του είπε πως δεν είχε ξαναδεί ωραιότερα μάτια.
-Λες να είναι αλήθεια, σκέφτηκε ο χαρταετός, να είμαι πράγματι ωραίος και να μην με ειρωνεύονται;
Όταν μάλιστα μετά από λίγο ένας κοκκινολαίμης του είπε πως είχε το ωραιότερο χαμόγελο κατάλαβε πως ήταν πραγματικά ωραίος και άρχισε να χαίρεται το πέταγμά του και να κουνάει την ουρά του χαιρετώντας τα παιδιά που έπαιζαν χαρούμενα μαζί του.
-Τελικά είχαν δίκιο χθες οι χαρταετοί που μου έλεγαν να παίξω μαζί τους και να χαρώ το πέταγμα, σκέφτηκε ο χαρταετός, σήμερα καταλαβαίνω πως η ευτυχία είναι στα απλά πράγματα και όλο χαρά έκανε βόλτες δεξιά και αριστερά πάνω και κάτω.


Λόγω των ημερών αναρτώ ένα παραμύθι που είχα αναρτήσει και παλαιότερα.
Καλές αποκριές καλή Καθαρή Δευτέρα!