Η γυναικεία φωνή
από το τηλέφωνο ακούστηκε γεμάτη αγωνία.
-Ο κύριος Σταύρος Κ.
-Ο ίδιος…
-Θέλω οπωσδήποτε να σας δω πρόκειται για ζήτημα ζωής
και θανάτου…
Το ραντεβού ορίστηκε χωρίς να δοθούν περαιτέρω εξηγήσεις, παρ' όλη την επιμονή του Σταύρου.
Έτσι ο Σταύρος ώρα τώρα οδηγούσε σαν τρελός στον στενό
επαρχιακό δρόμο, για να προλάβει το ραντεβού, ενώ η βροχή μαστίγωνε τα τζάμια
του αυτοκινήτου.
«Διαβολόκαιρε», μουρμούρισε καθώς προσπαθούσε να
αποφύγει μια λακκούβα πλημμυρισμένη με νερό, «τώρα βρήκε και αυτό το σύννεφο να ανοίξει τους καταρράκτες του». Έτρεχε… και στο τσακ πρόλαβε να φρενάρει, καθώς σε μια στροφή βρέθηκε αντιμέτωπος με
ένα γαϊδουράκι, που είχε σταθεί στη μέση του δρόμου μασουλώντας μια
κλάρα με βατόμουρα, που είχε τραβήξει από τον
διπλανό φράχτη. Στο δέκατο παρατεταμένο κορνάρισμα μέριασε και ο Σταύρος πατώντας
γκάζι όρμησε μπροστά.
Κοίταξε το ρολόι του…είχε αργήσει κατά δέκα λεπτά,
όταν παρκάρισε και όρμησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας που είχε το γραφείο
του.
Ανέβηκε στον τρίτο όροφο αλλά δεν βρήκε κανένα να τον
περιμένει. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα που υπήρχε η μικρή πινακίδα «Σταύρος Κ. Ιδιωτικός
ντετέκτιβ» και την άνοιξε. Αμέσως είδε το σημείωμα κάτω στα πλακάκια το σήκωσε
και διάβασε: «θα σας περιμένω στο μπαρ το ‘Σκιάχτρο’
στις έντεκα…μην αργήσετε αυτή τη φορά» και για υπογραφή, ένα σκέτο Φ.
Κοίταξε πάλι το ρολόι του… είχε μία ώρα στη διάθεση
του για το ραντεβού, αλλά αποφάσισε να πάει νωρίτερα για να ανιχνεύσει το χώρο.
Βγαίνοντας στο δρόμο διαπίστωσε πως η
βροχή είχε σταματήσει. Ο ζητιάνος στο απέναντι πεζοδρόμιο πιστός στο πόστο του
έπαιζε στη φυσαρμόνικα του ένα μελαγχολικό
σκοπό. Προχώρησε προς το μέρος που είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του έχοντας την
αίσθηση ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Γύρισε απότομα το κεφάλι του και πρόλαβε
να δει μια σκιά να κρύβεται πίσω από μια κολόνα.
Έφτασε στο μπαρ, κάθισε σε ένα σκαμπό και παράγγειλε
ένα ποτό. Οι θαμώνες λιγοστοί. Ήταν νωρίς ακόμη… Και τότε είδε μία γυναίκα, όμορφη γύρω στα τριάντα να
κατευθύνεται προς το μέρος του, όμως το περπάτημά της είχε μια αστάθεια και
πριν προλάβει να σκεφτεί αν ήταν μεθυσμένη ή είχε κάποια αναπηρία, εκείνη
σωριάστηκε μπροστά του ψελλίζοντας του «σώσε το παιδί μου». Το αίμα ήδη έβαφε κόκκινο το άσπρο της
πουκάμισο…
Της έπιασε το σφυγμό και αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο και τον
αστυνομικό διευθυντή, που ήταν φίλος του. Ώσπου να έρθει το ασθενοφόρο και η
αστυνομία έμαθε από τον μπάρμαν πως η κοπέλα δούλευε σε ένα άλλο μπαρ λίγο πιο
κάτω και πως την έλεγαν Φιόνα.
Από την έρευνα που έκανε, διαπίστωσε πως η Φιόνα ήταν
μητέρα ενός μικρού παιδιού, που της το πήραν και το έδωσαν για παράνομη
υιοθεσία. Εγκέφαλος της σπείρας ήταν το
αφεντικό της που την εκβίαζε και την εκμεταλλευόταν. Κατά την ανάκριση ένας από τους μπράβους του, είπε ότι το
αφεντικό τους του είχε δώσει εντολή να την παρακολουθεί. Όταν δε του είπε πως η Φιόνα είχε επισκεφτεί ντετέκτιβ τον διέταξε να την
σκοτώσει...
Τώρα στον Σταύρο δεν έμενε τίποτα άλλο από το να ψάξει
για το παιδί της.
Της το όφειλε…Ήθελε όταν συνερχόταν να είχε να της πει
ευχάριστα νέα…
Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι "παίζοντας με τις λέξεις" που διοργάνωσε το blog της Φλώρας http://texnistories.blogspot.gr/ .Θέλω να ευχαριστήσω όσους την προτίμησαν κατά την ψηφοφορία.
Για την συμμετοχή μας σε αυτό το παιχνίδι η Φλώρα μας έδωσε το παρακάτω αναμνηστικό βραβείο.

