«Γεια σου μικρούλα μου γιατί κλαις και είσαι λυπημένη; Και
γιατί φώλιασες μέσα στην κουφάλα τούτου του δέντρου που οδηγεί στο σπίτι μου;».
«Συγνώμη» ψιθύρισε η μικρή Λένα και κοίταξε γύρω της να
δει ποιος της μιλάει, αλλά δεν είδε κανέναν. «Ποιος μου μιλάει;» ρώτησε
φοβισμένα.
«Ναι έχεις δίκιο, δεν με βλέπεις… περίμενε να βγάλω το
καπέλο μου που με κάνει αόρατο. Ουπς… τώρα με βλέπεις; Τούτο το καπελάκι το
φοράμε εγώ και οι φίλοι μου, γινόμαστε αόρατοι και ερχόμαστε όποτε θέλουμε στον
κόσμο σας".
Η μικρή Λένα τρόμαξε καθώς είδε μπροστά της ένα μικρό
ξωτικό να κάθεται σε μία γωνιά μέσα στην κουφάλα του δέντρου.
«Μην φοβάσαι» της είπε το μικρό ξωτικό, «εγώ θέλω να γίνουμε
φίλοι και να σε βοηθήσω. Θέλω να είσαι χαρούμενη, όλα τα παιδιά θέλω να είναι
χαρούμενα».
«Πώς να είμαι χαρούμενη, τα βλέπεις αυτά τα τρία παιδιά
που έρχονται προς τα δω; Αυτά με κοροϊδεύουν γιατί έχω λίγο μεγάλα αυτιά, μου
παίρνουν το κολατσιό μου στα διαλείμματα, με κτυπούν και με απειλούν πως αν τα
πω όλα αυτά στους γονείς μου ή στους δασκάλους μου θα μου κάνουν χειρότερα.
Μακάρι να μπορούσα και εγώ να φορέσω ένα καπέλο και να γίνω αόρατη. Θα περνούσα
απαρατήρητη και θα έβρισκα την ησυχία μου. Ωχ πλησιάζουν… θα με δουν και τότε αλίμονο
μου»
«Ένα τόσο όμορφο, έξυπνο και ευγενικό κοριτσάκι σαν εσένα είναι κρίμα να θέλει να φορέσει το καπέλο μου για να γίνει αόρατο. Έλα ησύχασε, της είπε το μικρό ξωτικό και ακολούθησέ με, ξέρω
κάποιον που μπορεί να σε βοηθήσει» και με μιας τσούλησε σε μια τσουλήθρα στο
βάθος του δέντρου και η μικρή Λένα από τον φόβο μην την βρουν οι διώκτες της το
ακολούθησε και βρέθηκε σε ένα κόσμο παραμυθένιο.
Ένα καταπράσινο λιβάδι απλωνόταν μπροστά της κεντημένο με πανέμορφα
λουλούδια σε όλα τα χρώματα και με ποικίλες ευωδιές. Μικροσκοπικά σπιτάκια ήταν
διάσπαρτα παντού και ένα πλήθος ξωτικών περιφερόταν ανάμεσά τους.
«Λένα καλωσόρισες στον κόσμο μου. Στον κόσμο των ξωτικών
και μπορώ να σου πω πως εδώ εμείς περνάμε καλά, βοηθάμε ο ένας τον άλλο και δεν
σκεφτόμαστε να κάνουμε κακό σε κανένα. Σου αρέσει;»
«Όμορφα είναι! Μπορώ να μείνω εδώ για πάντα;»
«Δεν νομίζω να θέλεις να μείνεις εδώ για πάντα, έχεις τους
γονείς σου που σε αγαπούν και θα λυπηθούν πάρα πολύ αν σε χάσουν».
«Έχεις δίκιο, αλλά έτσι θα απαλλασσόμουν από τους τυράννους
μου» είπε η μικρή Λένα.
«Έχω λύση… έλα μαζί μου» είπε το ξωτικό και οδήγησε την
Λένα σε ένα σπιτάκι στην άκρη του λιβαδιού. Κτύπησαν την πόρτα και αμέσως παρουσιάστηκε
μπροστά τους ένα ηλικιωμένο ξωτικό. Το μικρό ξωτικό του είπε το πρόβλημά της Λένας
και του ζήτησαν την γνώμη του.
«Πρώτα πρώτα μικρή μου Λένα, της είπε, πρέπει να μιλήσεις στους γονείς σου και
εκείνοι ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, όσο για αυτούς τους τρεις θα τους αναλάβουμε εμείς. Τα
καπελάκια που μας κάνουν αόρατους, τι τα έχουμε;».
Η Λένα κάθισε πολλές ώρες μαζί τους, έπαιξε για πρώτη
φορά ξένοιαστα ξωτικοπαιχνίδια και έφαγε μπόλικες ξωτικολιχουδιές. Όταν έφυγε
το μικρό ξωτικό φόρεσε το καπελάκι που το έκανε αόρατο και την ακολούθησε. Θα
έμενε μαζί της για όσο χρειαζόταν.
Η Λένα παίρνοντας θάρρος από το μικρό ξωτικό ομολόγησε στους
γονείς της το δράμα που περνούσε και εκείνοι με την σειρά τους μίλησαν στους δασκάλους.
Όλοι μαζί προσπάθησαν να συνετίσουν τους άτακτους μαθητές, οι οποίοι παρόλα
αυτά στα κρυφά συνέχιζαν να κοροϊδεύουν την Λένα. Εκεί πλέον ανέλαβε δράση το
μικρό ξωτικό.
Κάθε φορά που έλεγαν κάτι για τα αυτιά της Λένας το
ξωτικό, έτσι αόρατο που ήταν, τους τραβούσε τα δικά τους αυτιά λες και ήθελε να
τους τα ξεριζώσει. Πονούσαν και δεν ήξεραν από πού τους ήρθε. Κάθε φορά που της
έπαιρναν το κολατσιό της, το ξωτικό τους έριχνε μπόλικο πιπέρι που τους έκαιγε
την γλώσσα και κάθε φορά που πήγαιναν να την κτυπήσουν το ξωτικό τους έβαζε
τρικλοποδιά και έπεφταν κάτω. Η Λένα, αλλά και τα άλλα παιδιά βλέποντας όλα
αυτά γελούσαν με την ψυχή τους.
Οι άτακτοι μαθητές όταν είδαν πως είχαν γίνει ο περίγελος του σχολείου κατάλαβαν το λάθος τους και άφησαν ήσυχη την
μικρή Λένα η οποία έζησε χαρούμενη και ευτυχισμένη δίπλα στους γονείς της και στους
φίλους της τα ξωτικά.
Από τότε πηγαίνει αρκετά συχνά στον κόσμο των ξωτικών και παίζει μαζί τους, αλλά και εκείνα έρχονται στον κόσμο μας, φορώντας τα καπελάκια που τα κάνουν αόρατα.
Από τότε πηγαίνει αρκετά συχνά στον κόσμο των ξωτικών και παίζει μαζί τους, αλλά και εκείνα έρχονται στον κόσμο μας, φορώντας τα καπελάκια που τα κάνουν αόρατα.
Τα καπελάκια μου βέβαια που είναι καρφίτσες για το πέτο κάθε άλλο παρά απαρατήρητα πέρασαν, αφού άρεσαν στους περισσότερους από εσάς όταν τα είδατε στον διαγωνισμό "Άλλαξέ το" που διοργάνωσε η Αριστέα.
Αριστέα μου ένα από τα καπελάκια μου είναι δικό σου και σε ευχαριστώ για την φιλοξενία και για την τύχη που είχα στην κλήρωση.
Αριστέα μου ένα από τα καπελάκια μου είναι δικό σου και σε ευχαριστώ για την φιλοξενία και για την τύχη που είχα στην κλήρωση.
Υ.Γ. Το παραμυθάκι είναι αφιερωμένο στην Pippi που φαντάστηκε τα καπελάκια να τα φορούν θηλυκά ξωτικά (έτσι έγραψε στο σχόλιο που άφησε κατά την βαθμολογία). Κάπως έτσι τα είχα φανταστεί και εγώ. Επίσης σε όλους εσάς, που σας άρεσαν τόσο!
Καθώς και στον Ηλία και την Μαριλένα, τα δύο εγγονάκια μου.
Να περνάτε καλά και να θυμάστε αν θέλετε να περάσετε απαρατήρητοι δεν έχετε παρά να φορέσετε ένα από τα καπελάκια των ξωτικών.
Φιλιά!

















