Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Για γέλια και για κλάματα


Με το άνοιγμα του φακέλου η Ευτέρπη ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ούτε που κατάλαβε πως πήρε το ασανσέρ και ανέβηκε στο δυαράκι της.

-Αναστάσηηη, έβαλε τις φωνές όταν μπήκε στο διαμέρισμα πριν σωριαστεί στον καναπέ. Του Αναστάση του κόπηκαν τα πόδια σαν είδε την Ευτέρπη έξαλλη.

-Ό,τι και να σου είπαν, είναι ψέματα...  Της τα πρόλαβε η κουτσομπόλα η Φρόσω , σκέφτηκε. Τον είχε δει τις προάλλες  αγκαλιά    με την κυρά-Μαρία, όταν την παρηγορούσε για το ατύχημα του άντρα της. 

-Τι ψέματα μου λες χριστιανέ μου, δες και μόνος σου. 400 ευρώ ήρθε το φως. Κοίτα χρονιάρα μέρα δώρο που μας έστειλε η ΔΕΗ.

-Μήπως λέει 40 ευρώ, για να δω, είπε ελαφρώς ανακουφισμένος ο Αναστάσης, αλλά μόλις είδε τον λογαριασμό σωριάστηκε στην άλλη άκρη του καναπέ.

-Και τώρα  πως θα το πληρώσουμε με 500 ευρώ σύνταξη που παίρνουμε;

-Μην στεναχωριέσαι, λάθος θα είναι, της είπε μόλις συνήλθε  ο Αναστάσης, αύριο θα πάω στη ΔΕΗ να ρωτήσω.

Σαν να ησύχασε κάπως η Ευτέρπη, αμέσως όμως έβαλε πάλι τις φωνές.

-Και για να έχουμε καλό ρώτημα, τι ήταν αυτό που είπες προηγουμένως ότι δήθεν μου είπαν ψέματα; Τι έκανες πάλι ρε σαρδανάπαλε;

-Αμάν φωτιές που μου άναψε η ΔΕΗ. Ποιος αντέχει τώρα την κρεβατομουρμούρα της Ευτέρπης. 




Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή μου στο δρώμενο "Σε 200 Λέξεις" που διοργάνωσε η Μαρία Νικολάου στο blog της to keimeno.

Ευθυμογράφημα θα το έλεγα...

Το κείμενό μας έπρεπε να περιέχει τις λέξεις φως, δώρο, άνοιγμα. Μαρία μου σ' ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία.

Σας ευχαριστώ που επισκέπτεστε το blog μου και αφήνετε το σχόλιό σας.

Να είστε όλοι καλά

Φιλάκια πολλά!


Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Η ζωή ένας δρόμος

Πάλι το μυαλό μου έμεινε ξάγρυπνο απόψε και άρχισε να αλητεύει σε γνώριμους δρόμουςΒάδισε στο δρόμο του πρώτου φιλιού που ήταν γλυκό σαν πετιμέζι, προχώρησε στο δρόμο που μας πρωτοβρήκε το φως της αυγής αγκαλιά στην αγαπημένη μας αμμουδιά  μα και στο δρόμο του για πάντα μαζί”.

Αυτός ο δρόμος ήταν ο πιο μακρύς. Είχε μια μυρωδιά από αγιόκλημα, ήταν γεμάτος έρωτα, αγάπη, χαρές, επιτυχίες, βαθιά συναισθήματα, δώρα ανεκτίμητα που φώλιαζαν στην ψυχή μας και την έκαναν να φτερουγίζει.

Μερικές φορές όμως περνούσε μέσα από δυσκολίες και στενοχώριες, συναντήσαμε Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, μα πάντα βγαίναμε νικητές. Μόνο λίγα φτερά χάναμε κάθε φορά που ψάχναμε να βρούμε ένα άνοιγμα ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες.

Το μυαλό σταμάτησε εκεί για απόψε. Δεν θέλει να προχωρήσει άλλο. Κοιτάζει τις συμπληγάδες πέτρες και περιμένει το περιστέρι σου να βγει από την άλλη πλευρά.

Μάταια περιμένει. Ο δρόμος του " για πάντα μαζί" έκλεισε. Έγινε κατολίσθηση μετά από απανωτές μπόρες, καταιγίδες και θυελλώδεις ανέμους.


Το παραπάνω μικροδιήγημα το αφιερώνω στον αγαπημένο μου σύζυγο Κωνσταντίνο που δυστυχώς δεν είναι πια κοντά μου. Η μικρογραφία μιας ζωής. Η παρακάτω φωτογραφία μας, δείχνει πως ξεκίνησε αυτός ο δρόμος. Είκοσι χρονών παιδιά, ανέμελα και πολύ ερωτευμένα στην παραλία του 
Καϊάφα στην Ηλεία. Σήμερα θα γιορτάζαμε μαζί, τώρα σιωπή...

 δρώμ


Επίσης αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο "Σε 200 Λέξεις" που διοργάνωσε άψογα η Μαρία Νικολάου στο blog της ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.

Το κείμενό μας έπρεπε να περιέχει τις λέξεις φως, δώρο, άνοιγμα. Μαρία μου σ' ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία. Ευχαριστώ πολύ και όσους με τίμησαν με την βαθμολογία τους.

Να είστε όλοι καλά!

Φιλάκια πολλά!








Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025

ΧΑΪΚΟΥ #4 - συμμετοχή

 


1.
Λευκό φόρεμα
πεταμένο στο χώμα.
Στραπάτσο ζωής.

Πνοή ελπίδας
απελευθερώθηκε
από αγκάθια.

2.
Εκατόφυλλο
τριαντάφυλλο σκορπά 
τα πέταλά του

Αλήτης βοριάς
φύσηξε και κούρσεψε 
την ομορφιά του


Το πρώτο ζευγάρι ΧΑΪΚΟΥ είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο "4ο ΧΑΪΚΟΥ"  που διοργανώνει η Μαρία στο blog της Το Κείμενο. Έχει μεταφορική σημασία, ενώ το δεύτερο ζευγάρι είναι αναφορά στο τριαντάφυλλο κυριολεκτικά.
Η υπέροχη φωτογραφία είναι δική της και απ' αυτήν έπρεπε να αντλήσουμε την έμπνευσή μας.




Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Φθινοπώριασε στην καρδιά μου




 Φέτος ήρθε ένα Φθινόπωρο

μέσα από την αχλή 

μιας θολής πραγματικότητας,

χωρίς εκείνη τη γλύκα που αφήνει 

το γλυκό σταφύλι,

χωρίς μυρωδιά από μούστο

και σιρόπι πετιμέζι,

χωρίς ροδοκόκκινους ουρανούς

και παιχνιδιάρικα σύννεφα.

Κοιτάζω από το παράθυρο

και μελαγχολώ.

Βλέπω τα φύλλα να πέφτουν 

σαν έκπτωτοι άγγελοι

αφήνοντας γυμνά 

τα κλαδιά των δέντρων

να μαστιγώνουν τα όνειρά μου.

Ε.Φ.




Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο της Αριστέας  "Ένα ποίημα για το Φθινόπωρο".

Να είστε καλά!
Φιλιά!

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Η Φωνή της Σιωπής (μέρος 4ο) "Μια ιδέα - Μια έμπνευση #4"



Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ
Το δεύτερο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ
Το τρίτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

4. Ενδοσκόπηση

 Ο Τζέιμς κλεισμένος στο δωμάτιο "21" είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μια μέρα είχε περάσει από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να μείνει για πάντα εκεί ή μήπως μια ώρα;

Δεν ήξερε πόσο καιρό βρισκόταν εκεί. Δεν υπήρχε ήχος, ούτε χρόνος. Μόνο εικόνες που έπλαθε το μυαλό του και γρίφοι. Είχε παραισθήσεις.

Ξαφνικά ο τοίχος του δωματίου ραγίζει και ανοίγει. Μπροστά του παρουσιάζεται ένας μαύρος διάδρομος. Μια πινακίδα φωτεινή τον προειδοποιεί.

"Αν θες να βγεις, πρέπει πρώτα να μπεις στον εαυτό σου".

"Μα δεν θέλω να βγω. Αποφάσισα να μείνω για πάντα εδώ. Δεν αξίζει να ζω, έκανα τόσο κακό με την σιωπή μου", ούρλιαξε.

Τότε ένιωσε δίπλα του το μικρό αγόρι να του πιάνει το χέρι και να του λέει:

"Κάντο για μένα". Ο μικρός του εαυτός τον κοιτά παρακλητικά. Τα μάτια του δείχνουν φόβο μα και μια αποφασιστικότητα για να πνίξει αυτόν το φόβο.

Μηχανικά ο Τζέιμς προχωρά. Στους τοίχους βλέπει να προβάλλεται η ζωή του μέσα από τις παιδικές ζωγραφιές του και από σκηνές της παιδικής ηλικίας. Βλέπει τον εαυτό του  στο σχολείο του, πιο κει να παίζει με τους φίλους του, στις κούνιες με την μητέρα του, να παίζει μπάλα με τον πατέρα του... Ώσπου φτάνει στο τέρμα του διαδρόμου. Εκεί βλέπει ένα καθρέφτη.




Μια σκέψη έρχεται στο μυαλό του που την υπαγορεύει άλλος. "Μην σπάσεις τον καθρέφτη. Σπάσε αυτόν που τον κοιτάζει".

Το είδωλό του στον καθρέφτη τον κοιτάζει σαρκαστικά, με ένα ψεύτικο χαμόγελο και αρχίζει να του μιλά.

"Εγώ είμαι αυτό που έθαψες. Αυτό που δεν είχες το θάρρος να αντιμετωπίσεις. Αν με νικήσεις, ίσως και να βγεις. Αν φοβηθείς θα μείνεις εδώ, μαζί μου, για πάντα".

Ο Τζέιμς ένιωσε και πάλι το μικρό αγόρι δίπλα του και κατάλαβε πως έπρεπε να συνεχίσει, ήταν ένα σημάδι να αρχίσει να βλέπει όλα εκείνα που είχε θάψει μέσα του και για κάποιο λόγο ήρθε και πάλι στο νου του η φωνή της Εύας που του έλεγε:

"Σε έκλεισαν εδώ γιατί θυμώσουν. Δεν ήθελαν να θυμάσαι. Τώρα όμως πρέπει να θυμηθείς".

Ο Τζέιμς κοίταξε γύρω του. Μπροστά του ήταν μια πόρτα χωρίς  κλειδαριά. Πάνω της ήταν κολλημένο ένα σημείωμα.

"Μόνο το τραγούδι της μνήμης μπορεί να την ανοίξει. Αλλά πρέπει να  θυμηθείς ακριβώς τα λόγια. Δεν επιτρέπεται ούτε ένα λάθος".

Έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή να θυμηθεί αυτά που τον έκαναν ευτυχισμένο μικρό για να μπορέσει να προχωρήσει και να αντιμετωπίσει αυτά που του σημάδεψαν και του μαύρισαν τη ζωή.

Ο Τζέιμς θυμάται την μητέρα του να του τραγουδά ένα τραγουδάκι όταν ήταν μικρός που του άρεσε πολύ. Ήταν όμως στα ελληνικά, γιατί η καταγωγή της ήταν από Ελλάδα, ενώ ο πατέρας του ήταν Άγγλος. Είχε να μιλήσει ελληνικά εδώ και δέκα χρόνια από τότε δηλαδή που έφυγαν από τη ζωή ο παππούς και η γιαγιά που τον μεγάλωσαν.

Πρώτα θυμήθηκε τον ρυθμό  και μετά σκόρπια λόγια. Έλεγε για έναν κακό βασιλιά που κλείδωνε στη σπηλιά στο κάστρο τα μικρά παιδιά (πόσο σημαδιακό τραγούδι αλήθεια). Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί την αρχή, αλλά ήταν σίγουρος πως στο τέλος έλεγε πως τον κακό τον βασιλιά τον κλείδωνε στη σπηλιά στο κάστρο, ο ήλιος.  Όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να το θυμηθεί. 

Η αγωνία του έφερε ταχυπαλμία. Σταγόνες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό του. Έκλεισε τα μάτια του πεισματικά και σαν σε όραμα είδε την μητέρα του να του χαμογελά και να τον εμψυχώνει. 

Τραγούδα μαζί μου Τζέιμς: 

Ένας ήλιος με γυαλιά, με γυαλιά

πορτοκαλιά και καπέλο άσπρο

Βγαίνει λίγο για να δει βλέπει

ένα μικρό παιδί στο παλιό το κάστρο

Βγαίνει ο ήλιος για να δει και του λέει 

το παιδί στο παλιό το κάστρο

Έχουμε ένα βασιλιά, μας κλειδώνει

στη σπηλιά στο παλιό το κάστρο.

Παίρνει ο ήλιος το παιδί και του

δίνει ένα φιλί κι ένα ρόδο άσπρο.

Παίρνει και το βασιλιά τον κλειδώνει

στη σπηλιά στο παλιό το κάστρο.





Όταν είπε και τον τελευταίο στίχο η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μπήκε σ' ένα άλλο δωμάτιο που ήταν γεμάτο με ανθρώπους. Όλοι ήταν ίδιοι μ' εκείνον. Δεκάδες Τζέιμς που τον κοιτούσαν. Ήταν τρομακτικό.

Κάθε ένας από αυτούς του έλεγε  και κάτι διαφορετικό.

-Δεν έφταιγες εσύ για ότι έγινε, του έλεγε ο ένας.

-Ήθελες να πεθάνει γιατί την ζήλευες, του έλεγε ο άλλος.

-Κρύφτηκες για να σωθείς, του έλεγε ένας τρίτος.

-Ήσουν ένα μικρό δεκάχρονο παιδί, λογικό να φοβηθείς.

-Χάρηκες που πέθανε...

-Όχι, προσπάθησες να την σώσεις, άκουσε κάποιον άλλο να λέει.

-Την αγαπούσες...

-Δεν ήθελες να πεθάνει...

Έπιασε το κεφάλι του. Σίγουρα θα τον τρέλαιναν όλοι αυτοί. Μια φωνή μέσα του, του έλεγε:

"Αν δεν βρεις ποιος είσαι, θα μείνεις ένας από αυτούς".

Ο Τζέιμς έπρεπε να διαλέξει. Ποιος από όλους ήταν όμως ο αληθινός εαυτός του; Δεν μπορούσε να καταλάβει. Φοβόταν πως δεν θα κατάφερνε να βρει τον αληθινό. Κοίταξε γύρω του. Όλοι εξακολουθούσαν να του μιλούν. Άλλοι να τον δικαιολογούν και άλλοι να τον κατακρίνουν. Μόνο ένας δεν μιλούσε. Έστεκε ήσυχος με βλέμμα γεμάτο ενοχή. "Αυτός είμαι", σκέφτηκε και τον άγγιξε. Όλοι οι άλλοι εξαφανίστηκαν αμέσως.

Τότε άλλη μια πόρτα άνοιξε. Το μικρό παιδί ήταν εκεί. Τώρα φαινόταν πιο δυνατό. Δεν έκλαιγε, δεν φοβόταν, του έπιασε το χέρι με αυτοπεποίθηση, του χαμογέλασε και του είπε:

"Η έξοδος υπάρχει. Είσαι σίγουρος πως θέλεις να βγεις;"

Ο Τζέιμς το κοίταξε και του είπε με σιγουριά:

"Ναι μικρέ μου εαυτέ τώρα είμαι έτοιμος, είμαι δυνατός, μείνε μαζί μου, μην κρύβεσαι άλλο πια".

Και η πόρτα άνοιξε.

................................................................................................

Ο Τζέιμς ξύπνησε στη ΜΕΘ κάποιου νοσοκομείου. Μια νοσοκόμα τον πλησίασε και του είπε: "Ήσασταν σε κώμα δύο εβδομάδες. Σας βρήκαν στο ερημωμένο ψυχιατρείο".

Αρχίζει να τα θυμάται όλα και ξέρει πως εκείνο το παιδί μέσα του έχει πάψει να φοβάται πια.

Την άλλη μέρα τον μετέφεραν σε κανονικό θάλαμο. Το βράδυ στην τηλεόραση του θαλάμου άκουσε στο δελτίο ειδήσεων πως σε λίγες ημέρες θα άρχιζε η δίκη του περιβόητου παιδεραστή.

 "Ό 54τετράχρονος άνδρας, έλεγε η παρουσιάστρια, κατηγορείται για σωρεία βιασμών μικρών παιδιών και για τον θάνατο δύο εξ αυτών, ενώ ερευνάται  μήπως ευθύνεται και για άλλες περιπτώσεις που πιθανότατα έχουν γίνει στο παρελθόν".

Ανατρίχιασε καθώς είδε στην οθόνη τον δολοφόνο της μικρής Εύας.

Το μικρό παιδί μέσα του φώναξε:

"Αυτή τη φορά δεν θα φοβηθώ Εύα. Θα είμαι εκεί για να ακουστεί και η δική σου τραγική ιστορία αδερφούλα μου".

Τέλος


Αφορμή για τούτο το διήγημα ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο του Γιάννη Μια ιδέα-μια έμπνευση #4

Γιάννη σ' ευχαριστώ για την όμορφη ιδέα που έριξες στο τραπέζι.



Υ.Γ. Το ανάρτησα σε συνέχειες, γιατί το καλοκαιράκι συνεχίζεται και που καιρός για πολύωρη ανάγνωση, σας καταλαβαίνω.

Υ.Γ. Όλες οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους, όπως και το τραγούδι "Ένας ήλιος με γυαλιά" που το έχει γράψει ο Χριστόδουλος Χάλαρης και ο Γιάννης Λογοθέτης και το τραγουδά η Δήμητρα Γαλάνη.

Φιλάκια πολλά!


Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

Η Φωνή της Σιωπής (μέρος 3ο) "Μια ιδέα - μια έμπνευση #4"

 


Η Φωνή της Σιωπής

(μέρος 3ο)

Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Το δεύτερο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ


3. Στο δωμάτιο "21" 

Ο Τζέιμς μπήκε στο εσωτερικό του ψυχιατρείου. Η μαυροφορεμένη γυναίκα ήταν εκεί σαν σκιά να τον παρακολουθεί. Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να τον πλησιάσει. Ο Τζέιμς κατάλαβε πως ό,τι και αν ήταν οπτασία, φάντασμα ή παραίσθηση δεν ήθελε να του κάνει κακό, συνήθισε την παρουσία της.

Κοίταξε γύρω του. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και δεν έβλεπε καλά. Και τότε τράβηξε την προσοχή του ένα κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε. Γεμάτος περιέργεια πλησίασε προς τα εκεί. Πάνω σ' ένα σκουριασμένο μεταλλικό τραπέζι βρήκε ένα ακόμη κασετόφωνο πανομοιότυπο μ' εκείνο που είχε εκσφενδονίσει από το μπαλκόνι του. Ήταν αυτό που αναβόσβηνε. Πάτησε το play και η ίδια γυναικεία φωνή ακούστηκε.

"Σε έκλεισαν εδώ γιατί θυμώσουν. Δεν έπρεπε να θυμάσαι. Τώρα όμως πρέπει να θυμηθείς Τζέιμς".

Είχε την αίσθηση πως αυτή η φωνή ήταν της Εύας, όχι παιδική όπως την θυμόταν, αλλά σαν φωνή ώριμης γυναίκας, με έναν υπόγειο ήχο, σαν δεύτερη φωνή βγαλμένη από κάτι ανείπωτο. 

Ο Τζέιμς έπιασε το κεφάλι του και κάθισε ανακούρκουδα στηρίζοντας την πλάτη του στον βρώμικο τοίχο. Στην αρχή χιλιάδες κραυγές ακούγονταν μέσα του. Όλα γύρω του φάνταζαν αλλόκοτα. Οι τοίχοι άρχισαν να γεμίζουν ζωντανές σκιές.

Το κασετόφωνο συνέχισε να παίζει. Η ηχογράφηση επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Η φωνή κάθε φορά παραμορφωνόταν και σε κάθε επανάληψη ακουγόταν και κάτι νέο. Στο τρίτο άκουσμα τράβηξε την προσοχή του ένας ψίθυρος. Επικεντρώθηκε σ' αυτό και τελικά κατάλαβε πως η φωνή έλεγε κάτι για το δωμάτιο "21".




Ο Τζέιμς κοίταξε γύρω του. Στην άλλη άκρη του διαδρόμου είδε μια μισάνοιχτη πόρτα. Πάνω της με δυσκολία διέκρινε τον ξεθωριασμένο αριθμό "21". 

Το δωμάτιο κολαστήριο για κείνον. Μπερδεμένες κραυγές μνήμης κατέκλισαν το μυαλό του και σε μια αναλαμπή  θυμήθηκε τον εαυτόν  του πεταμένο στο δάπεδο, πάνω σε ένα βρώμικο στρώμα, εξαντλημένο από τις πολύωρες "θεραπείες", να τρέμει από το κρύο.

Πλησίασε, έσπρωξε την πόρτα και μπήξε μέσα. Το δωμάτιο ήταν άδειο εκτός από ένα άλλο κασετόφωνο που ήταν τοποθετημένο στο δάπεδο. Πάτησε το play. Η φωνή τώρα ήταν πιο καθαρή, σχεδόν τρυφερή.



"Αν μπεις εδώ, δεν θα ξανακούσεις ποτέ ήχο, ούτε φωνές, ούτε ανάσες. Θα μείνεις μόνος με αυτό που έκρυψες".

Οι κραυγές άρχισαν να καταλαγιάζουν μέσα στο κεφάλι του και έγιναν λέξεις πιο ήσυχες και τότε κατάλαβε πως η φωνή στις κασέτες δεν έκρυβε απειλή, αλλά ήταν ένα κάλεσμα και κείνος έπρεπε να ακολουθήσει. 

Ησυχία έπεσε ξαφνικά και σκέπασε τα πάντα σαν πέπλο. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν, ούτε καν τα περιστέρια που γουργούριζαν πριν λίγο κάπου ψηλά στη στέγη. Ο κόσμος έσβησε. Ούτε την ανάσα του δεν άκουγε, ούτε τους κτύπους της καρδιάς του. Μόνο ένιωθε μια πίεση στα μελίγγια του. Ήταν λες και είχε εισέλθει σ' ένα χώρο χωρίς ήχο, αλλά ένιωθε μια παρουσία. Κάτι ήταν εκεί μαζί του.

Μέσα στον απόλυτο βουβό τρόμο η μαυροφορεμένη γυναίκα-σκιά πήρε την μορφή της Εύας. Ήταν γυναίκα στο σώμα, αλλά το πρόσωπό της είχε εκείνη την παιδική μορφή που θυμόταν με τα καταγάλανα ματάκια και τα ξανθά μαλλιά. Δεν του μίλησε μόνο του έδειξε έναν καθρέφτη.

Ο Τζέιμς πλησίασε τον καθρέφτη και είδε το είδωλό του και δίπλα του φανερώθηκε ένα αγόρι, φοβισμένο να κλαίει σιωπηλά. Το βλέμμα του, του είναι οικείο. 

Και τότε η φωνή επέστρεψε μέσα στο κεφάλι του,  αυτή τη φορά ήταν σαν να του μιλούσε το μικρό αγόρι.

"Αυτό ήσουν πριν με σβήσεις και πριν αφήσεις εκείνη πίσω. Επέστρεψα για να θυμηθείς".

Το αγόρι είναι αυτός. Ένα κομμάτι της ψυχής του που έκλεισε βαθιά μέσα του για να επιβιώσει. Και η Εύα είναι η φωνή του παιδιού που άφησε πίσω.

Ξαφνικά σαν αστραπή άστραψε μια κραυγή μέσα στο κεφάλι του: "Άνοιξέ μου".

Ο Τζέιμς κατέρρευσε στο πάτωμα. Η ανάμνηση τον διαπέρασε σαν μαχαίρι. Θυμάται...

Θυμάται μια αποθήκη, μικρή, σκοτεινή απόμερη στην άκρη του κτήματος και τη σκιά ενός άνδρα που κρατούσε με το ένα του χέρι  σφιχτά στην αγκαλιά  του ένα κοριτσάκι και με το άλλο να του κλείνει το στόμα. Εκείνο κουνούσε απεγνωσμένα τα αδύναμα ποδαράκια του. Μπήκαν στην αποθήκη. Το κοριτσάκι ήταν η Εύα και ήταν μόλις οκτώ χρονών.

Ο άνδρας μετά από λίγο βγήκε, κλείδωσε την αποθήκη και έφυγε. Ο Τζέιμς ήταν εκεί και τα είδε όλα. Πλησίασε την αποθήκη και άκουσε το κλάμα της Εύας.

"Εύα!'

"Τζέιμς άνοιξέ μου, του φώναξε, θα γυρίσει και θα μου κάνει κακό. Άνοιξέ μου".

Για μια στιγμή ο Τζέιμς αμφιταλαντεύτηκε. Ας έμενε εκεί, σκέφτηκε, είναι αυτή που μου στέρησε τον πατέρα μου. Ήξερε πως δεν είχα μαμά και όμως μονοπωλούσε και τον πατέρα μου.

Αμέσως το μετάνιωσε, κατά βάθος την αγαπούσε. Ήταν η μικρή του αδερφή. Έψαξε να βρει τρόπο να της ανοίξει. Κλειδί δεν υπήρχε στην κλειδαριά. Κοίταξε γύρω γύρω από την αποθήκη. Δεν υπήρχαν παράθυρα, μόνο ένας πολύ μικρός φεγγίτης αρκετά ψηλά. Κάπου εκεί δίπλα σε ένα σωρό από ξύλα βρήκε ένα τσεκούρι, βαρύ για τα παιδικά του χέρια. Το σήκωσε με δυσκολία και άρχισε να κτυπάει την κλειδαριά της ξύλινης πόρτας. Μετά από πολλή προσπάθεια και την ώρα που είχε σχεδόν καταφέρει να κάνει την κλειδαριά να υποχωρήσει εμφανίστηκε μπροστά του η σκιά του άνδρα. Πελώριος του φάνηκε. Τον γνώρισε. Ήταν ο επιστάτης που είχε ο πατέρας τους στα κτήματα. Του άρπαξε το τσεκούρι από τα χέρια και ήταν έτοιμος να του ανοίξει το κεφάλι στα δύο. 

Ο Τζέιμς με όση δύναμη είχε, άρχισε να τρέχει. Για κάμποση ώρα  άκουγε τον επιστάτη να τρέχει πίσω του, αλλά τελικά κατάφερε να του ξεφύγει. Εκείνος όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσε να τον πιάσει, του φώναξε πως αν πει το οτιδήποτε σε κάποιον θα τον σκότωνε. Φοβήθηκε, δεν το είπε πουθενά. 

Ο μικρός Τζέιμς δεν γύρισε στο σπίτι του εκείνο το βράδυ, ούτε και τις επόμενες ημέρες. Κρυβόταν σε εγκαταλελειμμένες καλύβες και δεν συνάντησε άνθρωπο στην περιπλάνησή του. Έτρωγε μόνο φρούτα.

Το νεκρό κορμάκι της Εύας βρέθηκε μετά από ψάξιμο τριών ημερών πρόχειρα σκεπασμένο με κλαδιά σε ένα δασάκι πολύ κοντά στην αποθήκη,  ήταν σεξουαλικά κακοποιημένη.

Ο μικρός Τζέιμς  γύρισε σπίτι του μετά από είκοσι ημέρες. Την ημέρα που γύρισε, είδε ένα φέρετρο να βγαίνει από το σπίτι του. Μέσα ήταν ο πατέρας του, που νομίζοντας πως και ο Τζέιμς είχε την ίδια τύχη με την Εύα, αυτοκτόνησε.

Ο μικρός Τζέιμς ακολούθησε την πομπή μέχρι το νεκροταφείο. Δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του είδε ένα φρεσκοσκαμμένο τάφο με το όνομα της Εύας στη μαρμάρινη πλάκα. Και τότε κατάλαβε πως η Εύα δεν είχε γλυτώσει από τα χέρια του επιστάτη. Η καρδιά του έσπασε. 

Όταν σκέπασε και τον πατέρα του το χώμα, έπεσε πάνω στους δύο τάφους και άρχισε να ουρλιάζει, να λέει λόγια ακατάληπτα. Κανένας δεν πρόσεξε ότι ανάμεσα στις κραυγές του ονόμαζε σαν δολοφόνο τον επιστάτη. Όλοι έλεγαν πως ο πόνος έκανε το παιδί να χάσει τα λογικά του. Μόνο ο επιστάτης το κατάλαβε που στεκόταν πιο κοντά του, έσκυψε τον σήκωσε από κάτω και του έσφιξε το χέρι σαν μέγγενη, ενώ συγχρόνως του ψιθύριζε "Πρόσεξε γιατί σύντομα θα τους ακολουθήσεις στον τάφο".

Οι ημέρες που ακολούθησαν ήταν η συνέχεια του εφιάλτη που ζούσε. Η μητριά του ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και τον είχε εγκαταλείψει στη μοίρα του. Το μόνο καλό ήταν ότι ο επιστάτης είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης την ίδια  μέρα της κηδείας του πατέρα του και έτσι μπόρεσε επιτέλους να πει στη μητριά του ότι ο επιστάτης ήταν αυτός που είχε κάνει κακό στην Εύα. Όσο όμως και αν τον έψαξε η αστυνομία δεν τον εντόπισαν πουθενά. 

Η μητριά του μην αντέχοντας να ζει άλλο στο σπίτι που της θύμιζε την Εύα και τον πατέρα του, αφού τον εγκατέλειψε σε κάποιο ορφανοτροφείο της περιοχής, έφυγε και δεν την ξαναείδε ποτέ. 

Στο ορφανοτροφείο κάθισε λίγους μήνες. Η κατάστασή του χειροτέρευε, από την μια οι τύψεις που δεν μίλησε όταν έπρεπε και από την άλλη ο φόβος του επιστάτη, αφού κυκλοφορούσε ελεύθερος και θα μπορούσε να του κάνει κακό ανά πάσα στιγμή, τον έφεραν στα πρόθυρα της τρέλας. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, φώναζε, ούρλιαζε, είχε εφιάλτες, αυτοτραυματιζόταν και έτσι τον έστειλαν στο ψυχιατρείο. Ήταν μόλις δέκα χρονών.

Το δωμάτιο "21" στο ψυχιατρείο παραλίγο να γίνει ο τάφος του. Τον έσωσε μία νοσοκόμα που ήταν φίλη με την μητέρα του όσο εκείνη ζούσε. Με την βοήθεια της ένα βράδυ τον βοήθησε να δραπετεύσει. Αυτή φρόντισε να τον στείλει στον παππού και την γιαγιά του, από την μεριά της μητέρας του, που ζούσαν μακριά σε άλλη πόλη. 

Όταν είχε πεθάνει η μητέρα του και ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, οι παππούδες είχαν κόψει κάθε επαφή μαζί τους. Αλλά τώρα που έμαθαν για την τύχη του αγαπημένου τους εγγονιού τον πήραν υπό την προστασία τους. 

Εκείνοι με παιδοψυχολόγους και με την αγάπη που τον τύλιξαν κατάφεραν να τον κάνουν να ξεχάσει το δωμάτιο "21" και όλα τα άλλα.

Τώρα όμως καθώς η μνήμη του επανήλθε, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα έμενε στο δωμάτιο "21" μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή. Σκέφτηκε πως δεν άξιζε να συνεχίσει να ζει. Η σιωπή του είχε φέρει το θάνατο στην Εύα και στον πατέρα του. Τώρα στο δωμάτιο "21" θα περίμενε και τον δικό του θάνατο.

Η πόρτα έκλεισε. Όμως δεν ήταν μόνος. Κοντά του είχε μείνει η οπτασία της Εύας και του μικρού αγοριού. Δεν ακουγόταν κανένας ήχος.

Έξω από το ψυχιατρείο ξημέρωνε. Η πόλη συνέχιζε να ζει, να ξεχνά.

(συνεχίζεται)

 

 


Υ.Γ. 'Ολες οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους.
Δύο είναι φτιαγμένες με την βοήθεια της AI.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025

Η Φωνή της Σιωπής (μέρος 2ο) "Μια ιδέα - μια έμπνευση #4"




Η Φωνή της Σιωπής
(μέρος 2ο)

Το πρώτο μέρος  μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

2. Στο σπίτι το πατρικό


Η πόλη που γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια ο Τζέιμς ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη που απείχε περίπου εκατό χιλιόμετρα βόρεια του Κάρντιφ. Μια πόλη ανάμεσα σε βουνά και την κοιλάδα του ποταμού Ντι.

Μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις αποφάσισε να ακολουθήσει την συμβουλή του ψυχολόγου του και να κάνει το ταξίδι της επιστροφής. Το πατρικό του όπως το θυμόταν ήταν μια ευρύχωρη διώροφη κατοικία με πέτρινους τοίχους μέσα σε ένα μεγάλο φροντισμένο κήπο. Στο κήπο υπήρχαν δύο θεόρατα δέντρα και πολλά λουλούδια που άνθιζαν ανάλογα με την εποχή. Σε ένα από τα δέντρα ο πατέρας είχε φτιάξει μια κούνια. Ακόμα είχε το σημάδι στο γόνατο, από τότε που είχε πέσει απ' αυτήν. Πίσω από το σπίτι εκτεινόταν η τεράστια έκταση του κτήματός τους.

Ξεκίνησε νωρίς το πρωί με μια ομίχλη να έχει σκεπάσει τα πάντα, αλλά όσο έπαιρνε η μέρα διαλυόταν.  Στα μισά της διαδρομής έπιασε  κι ένα μονότονο ψιλόβροχο που ευτυχώς όταν έφτασε στην πόλη σταμάτησε. 

Πάρκαρε το αυτοκίνητο σε ένα κεντρικό σημείο και προσπάθησε να βρει γνώριμα στέκια από το παρελθόν. Όπως διαπίστωσε όμως η πόλη είχε αλλάξει πολύ, δεν θύμιζε σε τίποτα τη μικρή κωμόπολη που είχε αφήσει πίσω του πριν από είκοσι χρόνια. Τώρα η πόλη είχε μεγαλώσει και είχε γίνει πολύβουη, εξ αιτίας της βιομηχανικής ανάπτυξης. Πολλά παραδοσιακά σπίτια είχαν δώσει τη θέση τους σε άλλα νεόκτιστα και γενικά είχε γίνει μια πόλη άχρωμη, δίχως την ιδιαίτερη ταυτότητα που είχε κάποτε. Ευτυχώς το ιστορικό της κέντρο είχε παραμείνει όπως το θυμόταν με τα παλιά κτίρια, και με την εκκλησία του st. Giles με το διάσημο καμπαναριό του, να στέκει αγέρωχη. Πήρε ένα καφέ στο χέρι και ξεκίνησε πάλι.

Το πατρικό του σπίτι βρισκόταν στην βόρεια έξοδο της πόλης, εκεί που άρχιζαν τα αγροκτήματα. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Εδώ η αλλαγή δεν ήταν τόσο αισθητή, η περιοχή είχε κρατήσει κάτι από τον παλιό της χαρακτήρα. Μόνο λίγα καινούργια σπίτια είχαν γίνει και αυτά  ήταν μονοκατοικίες.

Πήρε την τελευταία στροφή του δρόμου και το πατρικό του σπίτι ξεπρόβαλε μπροστά του. Η πρώτη εντύπωση ήταν ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ήξερε πως δεν θα θύμιζε σε τίποτα την παλιά του αίγλη, αλλά αυτό που είδε δεν μπορούσε να το φανταστεί. 

Μετά από είκοσι χρόνια το πατρικό του σπίτι έστεκε εκεί χωρίς ίχνος ζωής μέσα του, μισογκρεμισμένο σαν να  περίμενε να τον δει πριν σωριαστεί τελείως από την αφροντισιά. Ο κήπος μια ζούγκλα. Αναρριχώμενα φυτά είχαν καταπιεί τους τοίχους του. Στο ανώι  παράθυρα ξεχαρβαλωμένα άφηναν τους αέρηδες να μπαινοβγαίνουν και  ο  ήχος που ακουγόταν ήταν το κύκνειο άσμα του σπιτιού. 

Η πρώτη του σκέψη ήταν να κάνει αναστροφή και να φύγει, όμως ήθελε να δει αν υπήρχε ακόμα εκεί αυτό που είχε κάποτε αφήσει. Ένα πολύτιμο γι' αυτόν αντικείμενο.

Παραμέρισε με κόπο τα χόρτα και έφτασε στην είσοδο. Μετά από αρκετή δυσκολία κατάφερε και άνοιξε την πόρτα που είχε σκεβρώσει. Αμέσως μια αηδιαστική μυρωδιά μούχλας έφτασε στα ρουθούνια του. Το χολ ήταν άδειο από έπιπλα, το ίδιο και το καθιστικό. Δεν υπήρχε τίποτα από τα άλλοτε καλόγουστα έπιπλα, ούτε οι όμορφοι πολυέλαιοι που κρέμονταν από τα ταβάνια του. Σίγουρα θα είχαν λεηλατηθεί από επιτήδειους. Τώρα το πάτωμα σαπισμένο σε πολλά σημεία, ήταν γεμάτο από υγρά μουχλιασμένα φύλλα και από πούπουλα και περιττώματα πουλιών και νυχτερίδων που μπαινόβγαιναν από τα σπασμένα παράθυρα. Ένα σμήνος μάλιστα από δαύτες πέταξαν τρομαγμένες από την παρουσία του. Ανατρίχιασε. Η κουζίνα ήταν και αυτή σε μαύρα χάλια. Εκεί υπήρχε μόνο ένα σπασμένο τραπέζι σε μια γωνιά, μερικά ραγισμένα πιατικά που μόλις διακρίνονταν από τη σκόνη σ' ένα άθλιο  ντουλάπι και εκατοντάδες ιστοί αράχνης που κρέμονταν από τους τοίχους και το ταβάνι. Σφίχτηκε η καρδιά του.

Άγγιξε με το βλέμμα του όλους τους χώρους του σπιτιού. Στο βάθος ήταν η σκάλα για το ανώι του σπιτιού. Σαν λάμψη αστραπής ήρθε η ανάμνηση. Αυτός κουτρουβαλώντας τη σκάλα να κυνηγά τη μικρή του αδερφή που του είχε αρπάξει το κασετοφωνάκι που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του τα περασμένα Χριστούγεννα και κείνη να κρύβεται πίσω από κάποιο έπιπλο για να μην την πιάσει. Και τώρα σκέφτηκε πόσο έμοιαζε με κείνο που του είχαν στείλει ανώνυμα.  Ανέβηκε την ξύλινη σκάλα με προσοχή. Κανα δυο σκαλοπάτια της έλειπαν. Σε κάθε του βήμα φαινόταν έτοιμη να σωριαστεί. 



Προχώρησε στο διάδρομο και μπήκε στο δωμάτιο που άλλοτε ήταν δικό του. Και εδώ η ίδια εικόνα. Σαπισμένες ταπετσαρίες είχαν γίνει καταφύγιο σε πάσης φύσεως ζωύφια. Σε πολλά σημεία η στέγη  άφηνε την βροχή να περνάει και ήταν θέμα χρόνου να σωριαστεί το ταβάνι. Το βλέμμα του έπεσε στη σκοροφαγωμένη ντουλάπα που ήταν πεταμένη στο πάτωμα. Ευτυχώς η ντουλάπα ήταν εκεί. Η πόρτα της έχασκε στο πλάι και ο καθρέφτης της ήταν σπασμένος με τα  γυαλιά του να είναι σκορπισμένα μέσα και έξω από τη ντουλάπα. Παραμέρισε με προσοχή τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη και άρχισε να ψηλαφίζει  τον πάτο της. Γρήγορα μια σανίδα υποχώρησε και στο άνοιγμα φάνηκε  μια μικρή κρύπτη που είχε μέσα ένα μεταλλικό κουτί. Εκεί έκρυβε τους θησαυρούς του όταν ήταν παιδί. 

Ακούμπησε το κουτί στο πρεβάζι του παραθύρου και με τρεμάμενα χέρια και βουρκωμένα μάτια το άνοιξε. Πάνω πάνω  μία φωτογραφία της μητέρας του. Την πήρε στα χέρια του, εκείνη του χαμογελούσε μέσα από την ασημένια κορνίζα. Την έφερε στα χείλη του ενώ δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του. Τριάντα χρονών άντρας, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωθε σαν μικρό απροστάτευτο παιδί.

"Γιατί με άφησες μαμά, ψιθύρισε με παράπονο. Μου είχες υποσχεθεί πως θα ήσουν διαρκώς κοντά μου". Ήταν πέντε χρονών όταν την έχασε.

Άγγιξε το χτενάκι των μαλλιών της που είχε φυλάξει στο κουτί και άρχισε να κοιτάζει και άλλες φωτογραφίες από την εποχή που ήταν ακόμη μια ευτυχισμένη οικογένεια. Η μητέρα του, ο πατέρας του και αυτός ανάμεσά τους χαρούμενος. Όταν εκείνη πέθανε, άλλαξαν όλα.

Στο κάτω μέρος του κουτιού ήταν οι βώλοι με τους οποίους έπαιζε όταν ήταν μικρός και μία σφεντόνα που του είχε χαρίσει ένας φίλος του. Τελευταίο άγγιξε το ημερολόγιο του πατέρα του, ήταν το μόνο πράγμα που είχε από κείνον.

Το πήρε στα χέρια του και άρχισε να διαβάζει γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωή τους συγκινημένος. Στην τελευταία σελίδα ο πατέρας του είχε γράψει πως θα έβαζε τέλος στη ζωή του για να ακολουθήσει τα δυο παιδιά του που νόμιζε πως είχε χάσει.  Δεν μπορούσε, έγραφε, να ζήσει χωρίς αυτά ήθελε να είναι μαζί τους στην άλλη ζωή. 

Ένα ουρλιαχτό βγήκε από τα χείλη του, με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια του.

"Πατέραααα! η κραυγή του έσκισε τον αέρα σαν κοφτερό μαχαίρι.

Δεκάδες πουλιά που είχαν κουρνιάσει στα γυμνά κλαδιά των δέντρων της αυλής πέταξαν τρομαγμένα προς τον ουρανό. Έμεινε να τα κοιτάει, ενώ συγχρόνως έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί γιατί ο πατέρας του τον είχε θεωρήσει νεκρό.

Ξαφνικά το ημερολόγιο που κρατούσε στα χέρια του άρχισε να δονείται και εμβρόντητος είδε σε μια άγραφη σελίδα του να χαράσσονται λέξεις από μόνες τους.

"Τζέιμς αγαπημένο μου αγόρι δεν ξέρεις πόσο χάρηκα όταν κατάλαβα ότι εσύ ζούσες. Αν το ήξερα τότε δεν θα έβαζα τέλος στη ζωή μου, θα έμενα πίσω να σε προστατέψω. Τώρα όμως πρόσεξέ με αν ακούσεις την φωνή, αγνόησέ τη. Μην κοιτάξεις πίσω. Συνέχισε την ζωή σου. Η Εύα θα προσπαθήσει να σου μιλήσει. Μην την ακούσεις αγόρι μου, ότι έγινε, έγινε! Θέλω να ξεχάσεις και εσύ τουλάχιστον να ζήσεις ευτυχισμένος".

Είχε φρικάρει τελείως, κοιτούσε τις λέξεις που γράφονταν από μόνες τους και άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Δεν μπορεί να συμβαίνουν όλα αυτά, σκέφτηκε, έχω παραισθήσεις.

Θυμόταν πως η Εύα ήταν η ετεροθαλής αδερφή του, που είχε χαθεί το ίδιο καλοκαίρι με τον πατέρα του. Μια ιστορία που δεν ήθελε να θυμάται. Όχι δεν ήθελε να θυμάται!  

Κάπου στο κήπο άκουσε ένα σκυλί να αλυχτά. Ήταν ώρα να φύγει, δεν ωφελούσε να μείνει άλλο εκεί. Πήρε το κουτί που έκρυβε τους θησαυρούς του με τρεμάμενα χέρια και έκανε να βγει από το δωμάτιο.

Και τότε την είδε... Μία γυναίκα με μαύρα ρούχα σαν σκιά να βγαίνει μέσα από τον τοίχο. Δεν του μίλησε, μόνο βάδιζε προς το μέρος του. 




Θεέ μου τρελαίνομαι, σκέφτηκε. Τρομοκρατημένος βγήκε  από το σπίτι και τρέχοντας μπήκε στο αυτοκίνητο  προσπαθώντας να συνέλθει. Έπιασε το κεφάλι του με τα δυο χέρια και το ακούμπησε στο τιμόνι. 

Ποια ήταν η οπτασία αυτής της γυναίκας που είχε δει πρώτα στο όνειρό του και τώρα εδώ σαν φάντασμα. Συλλογίστηκε πως αν ζούσε η Εύα θα ήταν περίπου στην ηλικία της.

Η Εύα ήταν δύο χρόνια μικρότερη από αυτόν και γεννήθηκε όταν ο πατέρας του παντρεύτηκε την μητέρα της λίγο μετά το θάνατο της δικής του. 

Η γέννησή της έκανε τον ίδιο αόρατο, τόσο στα μάτια της μητριάς του όσο και στα μάτια του πατέρα του. Τα πάντα είχαν επικεντρωθεί γύρω από την Εύα και ο ίδιος μεγάλωνε στο παρασκήνιο. Η ζήλεια άρχισε να φωλιάζει στη καρδιά του. Ναι ζήλευε εκείνο το μικρό χαριτωμένο πλασματάκι που του είχε κλέψει τον πατέρα του τον μοναδικό άνθρωπο που του είχε απομείνει.

Έδιωξε  τούτες τις σκέψεις γρήγορα από το μυαλό του. Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και περιπλανήθηκε στην πόλη. 

Γρήγορα έφτασε στα περίχωρα και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε ένα     μακρόστενο κτίριο. Ήταν το ίδιο που είχε δει  στη φωτογραφία που του είχαν στείλει. Σταμάτησε το αμάξι και κατέβηκε.

Το κτίριο ήταν εγκαταλελειμμένο και η οργιώδης βλάστηση προσπαθούσε να ντύσει με λήθη τους τοίχους του. Ο άνεμος που φυσούσε και περνούσε μέσα από τα παράθυρα που ήταν σαν μάτια που κοιτούσαν το κενό, έφερνε ήχους που θύμιζαν κραυγές. Πλησίασε. Πάνω από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα διάβασε μια ξεθωριασμένη επιγραφή με κεφαλαία γράμματα "ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ". Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του. Καθώς το κοιτούσε κάτι τον τράβηξε να μπει στο εσωτερικό του κτιρίου.

(Συνεχίζεται) 


Υ.Γ. Όλες οι εικόνες είναι αλιευμένες από το internet και ανήκουν στους δημιουργούς τους