Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Η Φωνή της Σιωπής (μέρος 4ο) "Μια ιδέα - Μια έμπνευση #4"



Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ
Το δεύτερο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ
Το τρίτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

4. Ενδοσκόπηση

 Ο Τζέιμς κλεισμένος στο δωμάτιο "21" είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μια μέρα είχε περάσει από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να μείνει για πάντα εκεί ή μήπως μια ώρα;

Δεν ήξερε πόσο καιρό βρισκόταν εκεί. Δεν υπήρχε ήχος, ούτε χρόνος. Μόνο εικόνες που έπλαθε το μυαλό του και γρίφοι. Είχε παραισθήσεις.

Ξαφνικά ο τοίχος του δωματίου ραγίζει και ανοίγει. Μπροστά του παρουσιάζεται ένας μαύρος διάδρομος. Μια πινακίδα φωτεινή τον προειδοποιεί.

"Αν θες να βγεις, πρέπει πρώτα να μπεις στον εαυτό σου".

"Μα δεν θέλω να βγω. Αποφάσισα να μείνω για πάντα εδώ. Δεν αξίζει να ζω, έκανα τόσο κακό με την σιωπή μου", ούρλιαξε.

Τότε ένιωσε δίπλα του το μικρό αγόρι να του πιάνει το χέρι και να του λέει:

"Κάντο για μένα". Ο μικρός του εαυτός τον κοιτά παρακλητικά. Τα μάτια του δείχνουν φόβο μα και μια αποφασιστικότητα για να πνίξει αυτόν το φόβο.

Μηχανικά ο Τζέιμς προχωρά. Στους τοίχους βλέπει να προβάλλεται η ζωή του μέσα από τις παιδικές ζωγραφιές του και από σκηνές της παιδικής ηλικίας. Βλέπει τον εαυτό του  στο σχολείο του, πιο κει να παίζει με τους φίλους του, στις κούνιες με την μητέρα του, να παίζει μπάλα με τον πατέρα του... Ώσπου φτάνει στο τέρμα του διαδρόμου. Εκεί βλέπει ένα καθρέφτη.




Μια σκέψη έρχεται στο μυαλό του που την υπαγορεύει άλλος. "Μην σπάσεις τον καθρέφτη. Σπάσε αυτόν που τον κοιτάζει".

Το είδωλό του στον καθρέφτη τον κοιτάζει σαρκαστικά, με ένα ψεύτικο χαμόγελο και αρχίζει να του μιλά.

"Εγώ είμαι αυτό που έθαψες. Αυτό που δεν είχες το θάρρος να αντιμετωπίσεις. Αν με νικήσεις, ίσως και να βγεις. Αν φοβηθείς θα μείνεις εδώ, μαζί μου, για πάντα".

Ο Τζέιμς ένιωσε και πάλι το μικρό αγόρι δίπλα του και κατάλαβε πως έπρεπε να συνεχίσει, ήταν ένα σημάδι να αρχίσει να βλέπει όλα εκείνα που είχε θάψει μέσα του και για κάποιο λόγο ήρθε και πάλι στο νου του η φωνή της Εύας που του έλεγε:

"Σε έκλεισαν εδώ γιατί θυμώσουν. Δεν ήθελαν να θυμάσαι. Τώρα όμως πρέπει να θυμηθείς".

Ο Τζέιμς κοίταξε γύρω του. Μπροστά του ήταν μια πόρτα χωρίς  κλειδαριά. Πάνω της ήταν κολλημένο ένα σημείωμα.

"Μόνο το τραγούδι της μνήμης μπορεί να την ανοίξει. Αλλά πρέπει να  θυμηθείς ακριβώς τα λόγια. Δεν επιτρέπεται ούτε ένα λάθος".

Έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή να θυμηθεί αυτά που τον έκαναν ευτυχισμένο μικρό για να μπορέσει να προχωρήσει και να αντιμετωπίσει αυτά που του σημάδεψαν και του μαύρισαν τη ζωή.

Ο Τζέιμς θυμάται την μητέρα του να του τραγουδά ένα τραγουδάκι όταν ήταν μικρός που του άρεσε πολύ. Ήταν όμως στα ελληνικά, γιατί η καταγωγή της ήταν από Ελλάδα, ενώ ο πατέρας του ήταν Άγγλος. Είχε να μιλήσει ελληνικά εδώ και δέκα χρόνια από τότε δηλαδή που έφυγαν από τη ζωή ο παππούς και η γιαγιά που τον μεγάλωσαν.

Πρώτα θυμήθηκε τον ρυθμό  και μετά σκόρπια λόγια. Έλεγε για έναν κακό βασιλιά που κλείδωνε στη σπηλιά στο κάστρο τα μικρά παιδιά (πόσο σημαδιακό τραγούδι αλήθεια). Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί την αρχή, αλλά ήταν σίγουρος πως στο τέλος έλεγε πως τον κακό τον βασιλιά τον κλείδωνε στη σπηλιά στο κάστρο, ο ήλιος.  Όσο και αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να το θυμηθεί. 

Η αγωνία του έφερε ταχυπαλμία. Σταγόνες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό του. Έκλεισε τα μάτια του πεισματικά και σαν σε όραμα είδε την μητέρα του να του χαμογελά και να τον εμψυχώνει. 

Τραγούδα μαζί μου Τζέιμς: 

Ένας ήλιος με γυαλιά, με γυαλιά

πορτοκαλιά και καπέλο άσπρο

Βγαίνει λίγο για να δει βλέπει

ένα μικρό παιδί στο παλιό το κάστρο

Βγαίνει ο ήλιος για να δει και του λέει 

το παιδί στο παλιό το κάστρο

Έχουμε ένα βασιλιά, μας κλειδώνει

στη σπηλιά στο παλιό το κάστρο.

Παίρνει ο ήλιος το παιδί και του

δίνει ένα φιλί κι ένα ρόδο άσπρο.

Παίρνει και το βασιλιά τον κλειδώνει

στη σπηλιά στο παλιό το κάστρο.





Όταν είπε και τον τελευταίο στίχο η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μπήκε σ' ένα άλλο δωμάτιο που ήταν γεμάτο με ανθρώπους. Όλοι ήταν ίδιοι μ' εκείνον. Δεκάδες Τζέιμς που τον κοιτούσαν. Ήταν τρομακτικό.

Κάθε ένας από αυτούς του έλεγε  και κάτι διαφορετικό.

-Δεν έφταιγες εσύ για ότι έγινε, του έλεγε ο ένας.

-Ήθελες να πεθάνει γιατί την ζήλευες, του έλεγε ο άλλος.

-Κρύφτηκες για να σωθείς, του έλεγε ένας τρίτος.

-Ήσουν ένα μικρό δεκάχρονο παιδί, λογικό να φοβηθείς.

-Χάρηκες που πέθανε...

-Όχι, προσπάθησες να την σώσεις, άκουσε κάποιον άλλο να λέει.

-Την αγαπούσες...

-Δεν ήθελες να πεθάνει...

Έπιασε το κεφάλι του. Σίγουρα θα τον τρέλαιναν όλοι αυτοί. Μια φωνή μέσα του, του έλεγε:

"Αν δεν βρεις ποιος είσαι, θα μείνεις ένας από αυτούς".

Ο Τζέιμς έπρεπε να διαλέξει. Ποιος από όλους ήταν όμως ο αληθινός εαυτός του; Δεν μπορούσε να καταλάβει. Φοβόταν πως δεν θα κατάφερνε να βρει τον αληθινό. Κοίταξε γύρω του. Όλοι εξακολουθούσαν να του μιλούν. Άλλοι να τον δικαιολογούν και άλλοι να τον κατακρίνουν. Μόνο ένας δεν μιλούσε. Έστεκε ήσυχος με βλέμμα γεμάτο ενοχή. "Αυτός είμαι", σκέφτηκε και τον άγγιξε. Όλοι οι άλλοι εξαφανίστηκαν αμέσως.

Τότε άλλη μια πόρτα άνοιξε. Το μικρό παιδί ήταν εκεί. Τώρα φαινόταν πιο δυνατό. Δεν έκλαιγε, δεν φοβόταν, του έπιασε το χέρι με αυτοπεποίθηση, του χαμογέλασε και του είπε:

"Η έξοδος υπάρχει. Είσαι σίγουρος πως θέλεις να βγεις;"

Ο Τζέιμς το κοίταξε και του είπε με σιγουριά:

"Ναι μικρέ μου εαυτέ τώρα είμαι έτοιμος, είμαι δυνατός, μείνε μαζί μου, μην κρύβεσαι άλλο πια".

Και η πόρτα άνοιξε.

................................................................................................

Ο Τζέιμς ξύπνησε στη ΜΕΘ κάποιου νοσοκομείου. Μια νοσοκόμα τον πλησίασε και του είπε: "Ήσασταν σε κώμα δύο εβδομάδες. Σας βρήκαν στο ερημωμένο ψυχιατρείο".

Αρχίζει να τα θυμάται όλα και ξέρει πως εκείνο το παιδί μέσα του έχει πάψει να φοβάται πια.

Την άλλη μέρα τον μετέφεραν σε κανονικό θάλαμο. Το βράδυ στην τηλεόραση του θαλάμου άκουσε στο δελτίο ειδήσεων πως σε λίγες ημέρες θα άρχιζε η δίκη του περιβόητου παιδεραστή.

 "Ό 54τετράχρονος άνδρας, έλεγε η παρουσιάστρια, κατηγορείται για σωρεία βιασμών μικρών παιδιών και για τον θάνατο δύο εξ αυτών, ενώ ερευνάται  μήπως ευθύνεται και για άλλες περιπτώσεις που πιθανότατα έχουν γίνει στο παρελθόν".

Ανατρίχιασε καθώς είδε στην οθόνη τον δολοφόνο της μικρής Εύας.

Το μικρό παιδί μέσα του φώναξε:

"Αυτή τη φορά δεν θα φοβηθώ Εύα. Θα είμαι εκεί για να ακουστεί και η δική σου τραγική ιστορία αδερφούλα μου".

Τέλος


Αφορμή για τούτο το διήγημα ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο του Γιάννη Μια ιδέα-μια έμπνευση #4

Γιάννη σ' ευχαριστώ για την όμορφη ιδέα που έριξες στο τραπέζι.



Υ.Γ. Το ανάρτησα σε συνέχειες, γιατί το καλοκαιράκι συνεχίζεται και που καιρός για πολύωρη ανάγνωση, σας καταλαβαίνω.

Υ.Γ. Όλες οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους, όπως και το τραγούδι "Ένας ήλιος με γυαλιά" που το έχει γράψει ο Χριστόδουλος Χάλαρης και ο Γιάννης Λογοθέτης και το τραγουδά η Δήμητρα Γαλάνη.

Φιλάκια πολλά!


Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

Η Φωνή της Σιωπής (μέρος 3ο) "Μια ιδέα - μια έμπνευση #4"

 


Η Φωνή της Σιωπής

(μέρος 3ο)

Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Το δεύτερο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ


3. Στο δωμάτιο "21" 

Ο Τζέιμς μπήκε στο εσωτερικό του ψυχιατρείου. Η μαυροφορεμένη γυναίκα ήταν εκεί σαν σκιά να τον παρακολουθεί. Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να τον πλησιάσει. Ο Τζέιμς κατάλαβε πως ό,τι και αν ήταν οπτασία, φάντασμα ή παραίσθηση δεν ήθελε να του κάνει κακό, συνήθισε την παρουσία της.

Κοίταξε γύρω του. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και δεν έβλεπε καλά. Και τότε τράβηξε την προσοχή του ένα κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε. Γεμάτος περιέργεια πλησίασε προς τα εκεί. Πάνω σ' ένα σκουριασμένο μεταλλικό τραπέζι βρήκε ένα ακόμη κασετόφωνο πανομοιότυπο μ' εκείνο που είχε εκσφενδονίσει από το μπαλκόνι του. Ήταν αυτό που αναβόσβηνε. Πάτησε το play και η ίδια γυναικεία φωνή ακούστηκε.

"Σε έκλεισαν εδώ γιατί θυμώσουν. Δεν έπρεπε να θυμάσαι. Τώρα όμως πρέπει να θυμηθείς Τζέιμς".

Είχε την αίσθηση πως αυτή η φωνή ήταν της Εύας, όχι παιδική όπως την θυμόταν, αλλά σαν φωνή ώριμης γυναίκας, με έναν υπόγειο ήχο, σαν δεύτερη φωνή βγαλμένη από κάτι ανείπωτο. 

Ο Τζέιμς έπιασε το κεφάλι του και κάθισε ανακούρκουδα στηρίζοντας την πλάτη του στον βρώμικο τοίχο. Στην αρχή χιλιάδες κραυγές ακούγονταν μέσα του. Όλα γύρω του φάνταζαν αλλόκοτα. Οι τοίχοι άρχισαν να γεμίζουν ζωντανές σκιές.

Το κασετόφωνο συνέχισε να παίζει. Η ηχογράφηση επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Η φωνή κάθε φορά παραμορφωνόταν και σε κάθε επανάληψη ακουγόταν και κάτι νέο. Στο τρίτο άκουσμα τράβηξε την προσοχή του ένας ψίθυρος. Επικεντρώθηκε σ' αυτό και τελικά κατάλαβε πως η φωνή έλεγε κάτι για το δωμάτιο "21".




Ο Τζέιμς κοίταξε γύρω του. Στην άλλη άκρη του διαδρόμου είδε μια μισάνοιχτη πόρτα. Πάνω της με δυσκολία διέκρινε τον ξεθωριασμένο αριθμό "21". 

Το δωμάτιο κολαστήριο για κείνον. Μπερδεμένες κραυγές μνήμης κατέκλισαν το μυαλό του και σε μια αναλαμπή  θυμήθηκε τον εαυτόν  του πεταμένο στο δάπεδο, πάνω σε ένα βρώμικο στρώμα, εξαντλημένο από τις πολύωρες "θεραπείες", να τρέμει από το κρύο.

Πλησίασε, έσπρωξε την πόρτα και μπήξε μέσα. Το δωμάτιο ήταν άδειο εκτός από ένα άλλο κασετόφωνο που ήταν τοποθετημένο στο δάπεδο. Πάτησε το play. Η φωνή τώρα ήταν πιο καθαρή, σχεδόν τρυφερή.



"Αν μπεις εδώ, δεν θα ξανακούσεις ποτέ ήχο, ούτε φωνές, ούτε ανάσες. Θα μείνεις μόνος με αυτό που έκρυψες".

Οι κραυγές άρχισαν να καταλαγιάζουν μέσα στο κεφάλι του και έγιναν λέξεις πιο ήσυχες και τότε κατάλαβε πως η φωνή στις κασέτες δεν έκρυβε απειλή, αλλά ήταν ένα κάλεσμα και κείνος έπρεπε να ακολουθήσει. 

Ησυχία έπεσε ξαφνικά και σκέπασε τα πάντα σαν πέπλο. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν, ούτε καν τα περιστέρια που γουργούριζαν πριν λίγο κάπου ψηλά στη στέγη. Ο κόσμος έσβησε. Ούτε την ανάσα του δεν άκουγε, ούτε τους κτύπους της καρδιάς του. Μόνο ένιωθε μια πίεση στα μελίγγια του. Ήταν λες και είχε εισέλθει σ' ένα χώρο χωρίς ήχο, αλλά ένιωθε μια παρουσία. Κάτι ήταν εκεί μαζί του.

Μέσα στον απόλυτο βουβό τρόμο η μαυροφορεμένη γυναίκα-σκιά πήρε την μορφή της Εύας. Ήταν γυναίκα στο σώμα, αλλά το πρόσωπό της είχε εκείνη την παιδική μορφή που θυμόταν με τα καταγάλανα ματάκια και τα ξανθά μαλλιά. Δεν του μίλησε μόνο του έδειξε έναν καθρέφτη.

Ο Τζέιμς πλησίασε τον καθρέφτη και είδε το είδωλό του και δίπλα του φανερώθηκε ένα αγόρι, φοβισμένο να κλαίει σιωπηλά. Το βλέμμα του, του είναι οικείο. 

Και τότε η φωνή επέστρεψε μέσα στο κεφάλι του,  αυτή τη φορά ήταν σαν να του μιλούσε το μικρό αγόρι.

"Αυτό ήσουν πριν με σβήσεις και πριν αφήσεις εκείνη πίσω. Επέστρεψα για να θυμηθείς".

Το αγόρι είναι αυτός. Ένα κομμάτι της ψυχής του που έκλεισε βαθιά μέσα του για να επιβιώσει. Και η Εύα είναι η φωνή του παιδιού που άφησε πίσω.

Ξαφνικά σαν αστραπή άστραψε μια κραυγή μέσα στο κεφάλι του: "Άνοιξέ μου".

Ο Τζέιμς κατέρρευσε στο πάτωμα. Η ανάμνηση τον διαπέρασε σαν μαχαίρι. Θυμάται...

Θυμάται μια αποθήκη, μικρή, σκοτεινή απόμερη στην άκρη του κτήματος και τη σκιά ενός άνδρα που κρατούσε με το ένα του χέρι  σφιχτά στην αγκαλιά  του ένα κοριτσάκι και με το άλλο να του κλείνει το στόμα. Εκείνο κουνούσε απεγνωσμένα τα αδύναμα ποδαράκια του. Μπήκαν στην αποθήκη. Το κοριτσάκι ήταν η Εύα και ήταν μόλις οκτώ χρονών.

Ο άνδρας μετά από λίγο βγήκε, κλείδωσε την αποθήκη και έφυγε. Ο Τζέιμς ήταν εκεί και τα είδε όλα. Πλησίασε την αποθήκη και άκουσε το κλάμα της Εύας.

"Εύα!'

"Τζέιμς άνοιξέ μου, του φώναξε, θα γυρίσει και θα μου κάνει κακό. Άνοιξέ μου".

Για μια στιγμή ο Τζέιμς αμφιταλαντεύτηκε. Ας έμενε εκεί, σκέφτηκε, είναι αυτή που μου στέρησε τον πατέρα μου. Ήξερε πως δεν είχα μαμά και όμως μονοπωλούσε και τον πατέρα μου.

Αμέσως το μετάνιωσε, κατά βάθος την αγαπούσε. Ήταν η μικρή του αδερφή. Έψαξε να βρει τρόπο να της ανοίξει. Κλειδί δεν υπήρχε στην κλειδαριά. Κοίταξε γύρω γύρω από την αποθήκη. Δεν υπήρχαν παράθυρα, μόνο ένας πολύ μικρός φεγγίτης αρκετά ψηλά. Κάπου εκεί δίπλα σε ένα σωρό από ξύλα βρήκε ένα τσεκούρι, βαρύ για τα παιδικά του χέρια. Το σήκωσε με δυσκολία και άρχισε να κτυπάει την κλειδαριά της ξύλινης πόρτας. Μετά από πολλή προσπάθεια και την ώρα που είχε σχεδόν καταφέρει να κάνει την κλειδαριά να υποχωρήσει εμφανίστηκε μπροστά του η σκιά του άνδρα. Πελώριος του φάνηκε. Τον γνώρισε. Ήταν ο επιστάτης που είχε ο πατέρας τους στα κτήματα. Του άρπαξε το τσεκούρι από τα χέρια και ήταν έτοιμος να του ανοίξει το κεφάλι στα δύο. 

Ο Τζέιμς με όση δύναμη είχε, άρχισε να τρέχει. Για κάμποση ώρα  άκουγε τον επιστάτη να τρέχει πίσω του, αλλά τελικά κατάφερε να του ξεφύγει. Εκείνος όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσε να τον πιάσει, του φώναξε πως αν πει το οτιδήποτε σε κάποιον θα τον σκότωνε. Φοβήθηκε, δεν το είπε πουθενά. 

Ο μικρός Τζέιμς δεν γύρισε στο σπίτι του εκείνο το βράδυ, ούτε και τις επόμενες ημέρες. Κρυβόταν σε εγκαταλελειμμένες καλύβες και δεν συνάντησε άνθρωπο στην περιπλάνησή του. Έτρωγε μόνο φρούτα.

Το νεκρό κορμάκι της Εύας βρέθηκε μετά από ψάξιμο τριών ημερών πρόχειρα σκεπασμένο με κλαδιά σε ένα δασάκι πολύ κοντά στην αποθήκη,  ήταν σεξουαλικά κακοποιημένη.

Ο μικρός Τζέιμς  γύρισε σπίτι του μετά από είκοσι ημέρες. Την ημέρα που γύρισε, είδε ένα φέρετρο να βγαίνει από το σπίτι του. Μέσα ήταν ο πατέρας του, που νομίζοντας πως και ο Τζέιμς είχε την ίδια τύχη με την Εύα, αυτοκτόνησε.

Ο μικρός Τζέιμς ακολούθησε την πομπή μέχρι το νεκροταφείο. Δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του είδε ένα φρεσκοσκαμμένο τάφο με το όνομα της Εύας στη μαρμάρινη πλάκα. Και τότε κατάλαβε πως η Εύα δεν είχε γλυτώσει από τα χέρια του επιστάτη. Η καρδιά του έσπασε. 

Όταν σκέπασε και τον πατέρα του το χώμα, έπεσε πάνω στους δύο τάφους και άρχισε να ουρλιάζει, να λέει λόγια ακατάληπτα. Κανένας δεν πρόσεξε ότι ανάμεσα στις κραυγές του ονόμαζε σαν δολοφόνο τον επιστάτη. Όλοι έλεγαν πως ο πόνος έκανε το παιδί να χάσει τα λογικά του. Μόνο ο επιστάτης το κατάλαβε που στεκόταν πιο κοντά του, έσκυψε τον σήκωσε από κάτω και του έσφιξε το χέρι σαν μέγγενη, ενώ συγχρόνως του ψιθύριζε "Πρόσεξε γιατί σύντομα θα τους ακολουθήσεις στον τάφο".

Οι ημέρες που ακολούθησαν ήταν η συνέχεια του εφιάλτη που ζούσε. Η μητριά του ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και τον είχε εγκαταλείψει στη μοίρα του. Το μόνο καλό ήταν ότι ο επιστάτης είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης την ίδια  μέρα της κηδείας του πατέρα του και έτσι μπόρεσε επιτέλους να πει στη μητριά του ότι ο επιστάτης ήταν αυτός που είχε κάνει κακό στην Εύα. Όσο όμως και αν τον έψαξε η αστυνομία δεν τον εντόπισαν πουθενά. 

Η μητριά του μην αντέχοντας να ζει άλλο στο σπίτι που της θύμιζε την Εύα και τον πατέρα του, αφού τον εγκατέλειψε σε κάποιο ορφανοτροφείο της περιοχής, έφυγε και δεν την ξαναείδε ποτέ. 

Στο ορφανοτροφείο κάθισε λίγους μήνες. Η κατάστασή του χειροτέρευε, από την μια οι τύψεις που δεν μίλησε όταν έπρεπε και από την άλλη ο φόβος του επιστάτη, αφού κυκλοφορούσε ελεύθερος και θα μπορούσε να του κάνει κακό ανά πάσα στιγμή, τον έφεραν στα πρόθυρα της τρέλας. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, φώναζε, ούρλιαζε, είχε εφιάλτες, αυτοτραυματιζόταν και έτσι τον έστειλαν στο ψυχιατρείο. Ήταν μόλις δέκα χρονών.

Το δωμάτιο "21" στο ψυχιατρείο παραλίγο να γίνει ο τάφος του. Τον έσωσε μία νοσοκόμα που ήταν φίλη με την μητέρα του όσο εκείνη ζούσε. Με την βοήθεια της ένα βράδυ τον βοήθησε να δραπετεύσει. Αυτή φρόντισε να τον στείλει στον παππού και την γιαγιά του, από την μεριά της μητέρας του, που ζούσαν μακριά σε άλλη πόλη. 

Όταν είχε πεθάνει η μητέρα του και ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, οι παππούδες είχαν κόψει κάθε επαφή μαζί τους. Αλλά τώρα που έμαθαν για την τύχη του αγαπημένου τους εγγονιού τον πήραν υπό την προστασία τους. 

Εκείνοι με παιδοψυχολόγους και με την αγάπη που τον τύλιξαν κατάφεραν να τον κάνουν να ξεχάσει το δωμάτιο "21" και όλα τα άλλα.

Τώρα όμως καθώς η μνήμη του επανήλθε, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα έμενε στο δωμάτιο "21" μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή. Σκέφτηκε πως δεν άξιζε να συνεχίσει να ζει. Η σιωπή του είχε φέρει το θάνατο στην Εύα και στον πατέρα του. Τώρα στο δωμάτιο "21" θα περίμενε και τον δικό του θάνατο.

Η πόρτα έκλεισε. Όμως δεν ήταν μόνος. Κοντά του είχε μείνει η οπτασία της Εύας και του μικρού αγοριού. Δεν ακουγόταν κανένας ήχος.

Έξω από το ψυχιατρείο ξημέρωνε. Η πόλη συνέχιζε να ζει, να ξεχνά.

(συνεχίζεται)

 

 


Υ.Γ. 'Ολες οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους.
Δύο είναι φτιαγμένες με την βοήθεια της AI.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025

Η Φωνή της Σιωπής (μέρος 2ο) "Μια ιδέα - μια έμπνευση #4"




Η Φωνή της Σιωπής
(μέρος 2ο)

Το πρώτο μέρος  μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

2. Στο σπίτι το πατρικό


Η πόλη που γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια ο Τζέιμς ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη που απείχε περίπου εκατό χιλιόμετρα βόρεια του Κάρντιφ. Μια πόλη ανάμεσα σε βουνά και την κοιλάδα του ποταμού Ντι.

Μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις αποφάσισε να ακολουθήσει την συμβουλή του ψυχολόγου του και να κάνει το ταξίδι της επιστροφής. Το πατρικό του όπως το θυμόταν ήταν μια ευρύχωρη διώροφη κατοικία με πέτρινους τοίχους μέσα σε ένα μεγάλο φροντισμένο κήπο. Στο κήπο υπήρχαν δύο θεόρατα δέντρα και πολλά λουλούδια που άνθιζαν ανάλογα με την εποχή. Σε ένα από τα δέντρα ο πατέρας είχε φτιάξει μια κούνια. Ακόμα είχε το σημάδι στο γόνατο, από τότε που είχε πέσει απ' αυτήν. Πίσω από το σπίτι εκτεινόταν η τεράστια έκταση του κτήματός τους.

Ξεκίνησε νωρίς το πρωί με μια ομίχλη να έχει σκεπάσει τα πάντα, αλλά όσο έπαιρνε η μέρα διαλυόταν.  Στα μισά της διαδρομής έπιασε  κι ένα μονότονο ψιλόβροχο που ευτυχώς όταν έφτασε στην πόλη σταμάτησε. 

Πάρκαρε το αυτοκίνητο σε ένα κεντρικό σημείο και προσπάθησε να βρει γνώριμα στέκια από το παρελθόν. Όπως διαπίστωσε όμως η πόλη είχε αλλάξει πολύ, δεν θύμιζε σε τίποτα τη μικρή κωμόπολη που είχε αφήσει πίσω του πριν από είκοσι χρόνια. Τώρα η πόλη είχε μεγαλώσει και είχε γίνει πολύβουη, εξ αιτίας της βιομηχανικής ανάπτυξης. Πολλά παραδοσιακά σπίτια είχαν δώσει τη θέση τους σε άλλα νεόκτιστα και γενικά είχε γίνει μια πόλη άχρωμη, δίχως την ιδιαίτερη ταυτότητα που είχε κάποτε. Ευτυχώς το ιστορικό της κέντρο είχε παραμείνει όπως το θυμόταν με τα παλιά κτίρια, και με την εκκλησία του st. Giles με το διάσημο καμπαναριό του, να στέκει αγέρωχη. Πήρε ένα καφέ στο χέρι και ξεκίνησε πάλι.

Το πατρικό του σπίτι βρισκόταν στην βόρεια έξοδο της πόλης, εκεί που άρχιζαν τα αγροκτήματα. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Εδώ η αλλαγή δεν ήταν τόσο αισθητή, η περιοχή είχε κρατήσει κάτι από τον παλιό της χαρακτήρα. Μόνο λίγα καινούργια σπίτια είχαν γίνει και αυτά  ήταν μονοκατοικίες.

Πήρε την τελευταία στροφή του δρόμου και το πατρικό του σπίτι ξεπρόβαλε μπροστά του. Η πρώτη εντύπωση ήταν ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ήξερε πως δεν θα θύμιζε σε τίποτα την παλιά του αίγλη, αλλά αυτό που είδε δεν μπορούσε να το φανταστεί. 

Μετά από είκοσι χρόνια το πατρικό του σπίτι έστεκε εκεί χωρίς ίχνος ζωής μέσα του, μισογκρεμισμένο σαν να  περίμενε να τον δει πριν σωριαστεί τελείως από την αφροντισιά. Ο κήπος μια ζούγκλα. Αναρριχώμενα φυτά είχαν καταπιεί τους τοίχους του. Στο ανώι  παράθυρα ξεχαρβαλωμένα άφηναν τους αέρηδες να μπαινοβγαίνουν και  ο  ήχος που ακουγόταν ήταν το κύκνειο άσμα του σπιτιού. 

Η πρώτη του σκέψη ήταν να κάνει αναστροφή και να φύγει, όμως ήθελε να δει αν υπήρχε ακόμα εκεί αυτό που είχε κάποτε αφήσει. Ένα πολύτιμο γι' αυτόν αντικείμενο.

Παραμέρισε με κόπο τα χόρτα και έφτασε στην είσοδο. Μετά από αρκετή δυσκολία κατάφερε και άνοιξε την πόρτα που είχε σκεβρώσει. Αμέσως μια αηδιαστική μυρωδιά μούχλας έφτασε στα ρουθούνια του. Το χολ ήταν άδειο από έπιπλα, το ίδιο και το καθιστικό. Δεν υπήρχε τίποτα από τα άλλοτε καλόγουστα έπιπλα, ούτε οι όμορφοι πολυέλαιοι που κρέμονταν από τα ταβάνια του. Σίγουρα θα είχαν λεηλατηθεί από επιτήδειους. Τώρα το πάτωμα σαπισμένο σε πολλά σημεία, ήταν γεμάτο από υγρά μουχλιασμένα φύλλα και από πούπουλα και περιττώματα πουλιών και νυχτερίδων που μπαινόβγαιναν από τα σπασμένα παράθυρα. Ένα σμήνος μάλιστα από δαύτες πέταξαν τρομαγμένες από την παρουσία του. Ανατρίχιασε. Η κουζίνα ήταν και αυτή σε μαύρα χάλια. Εκεί υπήρχε μόνο ένα σπασμένο τραπέζι σε μια γωνιά, μερικά ραγισμένα πιατικά που μόλις διακρίνονταν από τη σκόνη σ' ένα άθλιο  ντουλάπι και εκατοντάδες ιστοί αράχνης που κρέμονταν από τους τοίχους και το ταβάνι. Σφίχτηκε η καρδιά του.

Άγγιξε με το βλέμμα του όλους τους χώρους του σπιτιού. Στο βάθος ήταν η σκάλα για το ανώι του σπιτιού. Σαν λάμψη αστραπής ήρθε η ανάμνηση. Αυτός κουτρουβαλώντας τη σκάλα να κυνηγά τη μικρή του αδερφή που του είχε αρπάξει το κασετοφωνάκι που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του τα περασμένα Χριστούγεννα και κείνη να κρύβεται πίσω από κάποιο έπιπλο για να μην την πιάσει. Και τώρα σκέφτηκε πόσο έμοιαζε με κείνο που του είχαν στείλει ανώνυμα.  Ανέβηκε την ξύλινη σκάλα με προσοχή. Κανα δυο σκαλοπάτια της έλειπαν. Σε κάθε του βήμα φαινόταν έτοιμη να σωριαστεί. 



Προχώρησε στο διάδρομο και μπήκε στο δωμάτιο που άλλοτε ήταν δικό του. Και εδώ η ίδια εικόνα. Σαπισμένες ταπετσαρίες είχαν γίνει καταφύγιο σε πάσης φύσεως ζωύφια. Σε πολλά σημεία η στέγη  άφηνε την βροχή να περνάει και ήταν θέμα χρόνου να σωριαστεί το ταβάνι. Το βλέμμα του έπεσε στη σκοροφαγωμένη ντουλάπα που ήταν πεταμένη στο πάτωμα. Ευτυχώς η ντουλάπα ήταν εκεί. Η πόρτα της έχασκε στο πλάι και ο καθρέφτης της ήταν σπασμένος με τα  γυαλιά του να είναι σκορπισμένα μέσα και έξω από τη ντουλάπα. Παραμέρισε με προσοχή τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη και άρχισε να ψηλαφίζει  τον πάτο της. Γρήγορα μια σανίδα υποχώρησε και στο άνοιγμα φάνηκε  μια μικρή κρύπτη που είχε μέσα ένα μεταλλικό κουτί. Εκεί έκρυβε τους θησαυρούς του όταν ήταν παιδί. 

Ακούμπησε το κουτί στο πρεβάζι του παραθύρου και με τρεμάμενα χέρια και βουρκωμένα μάτια το άνοιξε. Πάνω πάνω  μία φωτογραφία της μητέρας του. Την πήρε στα χέρια του, εκείνη του χαμογελούσε μέσα από την ασημένια κορνίζα. Την έφερε στα χείλη του ενώ δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του. Τριάντα χρονών άντρας, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωθε σαν μικρό απροστάτευτο παιδί.

"Γιατί με άφησες μαμά, ψιθύρισε με παράπονο. Μου είχες υποσχεθεί πως θα ήσουν διαρκώς κοντά μου". Ήταν πέντε χρονών όταν την έχασε.

Άγγιξε το χτενάκι των μαλλιών της που είχε φυλάξει στο κουτί και άρχισε να κοιτάζει και άλλες φωτογραφίες από την εποχή που ήταν ακόμη μια ευτυχισμένη οικογένεια. Η μητέρα του, ο πατέρας του και αυτός ανάμεσά τους χαρούμενος. Όταν εκείνη πέθανε, άλλαξαν όλα.

Στο κάτω μέρος του κουτιού ήταν οι βώλοι με τους οποίους έπαιζε όταν ήταν μικρός και μία σφεντόνα που του είχε χαρίσει ένας φίλος του. Τελευταίο άγγιξε το ημερολόγιο του πατέρα του, ήταν το μόνο πράγμα που είχε από κείνον.

Το πήρε στα χέρια του και άρχισε να διαβάζει γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωή τους συγκινημένος. Στην τελευταία σελίδα ο πατέρας του είχε γράψει πως θα έβαζε τέλος στη ζωή του για να ακολουθήσει τα δυο παιδιά του που νόμιζε πως είχε χάσει.  Δεν μπορούσε, έγραφε, να ζήσει χωρίς αυτά ήθελε να είναι μαζί τους στην άλλη ζωή. 

Ένα ουρλιαχτό βγήκε από τα χείλη του, με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια του.

"Πατέραααα! η κραυγή του έσκισε τον αέρα σαν κοφτερό μαχαίρι.

Δεκάδες πουλιά που είχαν κουρνιάσει στα γυμνά κλαδιά των δέντρων της αυλής πέταξαν τρομαγμένα προς τον ουρανό. Έμεινε να τα κοιτάει, ενώ συγχρόνως έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί γιατί ο πατέρας του τον είχε θεωρήσει νεκρό.

Ξαφνικά το ημερολόγιο που κρατούσε στα χέρια του άρχισε να δονείται και εμβρόντητος είδε σε μια άγραφη σελίδα του να χαράσσονται λέξεις από μόνες τους.

"Τζέιμς αγαπημένο μου αγόρι δεν ξέρεις πόσο χάρηκα όταν κατάλαβα ότι εσύ ζούσες. Αν το ήξερα τότε δεν θα έβαζα τέλος στη ζωή μου, θα έμενα πίσω να σε προστατέψω. Τώρα όμως πρόσεξέ με αν ακούσεις την φωνή, αγνόησέ τη. Μην κοιτάξεις πίσω. Συνέχισε την ζωή σου. Η Εύα θα προσπαθήσει να σου μιλήσει. Μην την ακούσεις αγόρι μου, ότι έγινε, έγινε! Θέλω να ξεχάσεις και εσύ τουλάχιστον να ζήσεις ευτυχισμένος".

Είχε φρικάρει τελείως, κοιτούσε τις λέξεις που γράφονταν από μόνες τους και άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Δεν μπορεί να συμβαίνουν όλα αυτά, σκέφτηκε, έχω παραισθήσεις.

Θυμόταν πως η Εύα ήταν η ετεροθαλής αδερφή του, που είχε χαθεί το ίδιο καλοκαίρι με τον πατέρα του. Μια ιστορία που δεν ήθελε να θυμάται. Όχι δεν ήθελε να θυμάται!  

Κάπου στο κήπο άκουσε ένα σκυλί να αλυχτά. Ήταν ώρα να φύγει, δεν ωφελούσε να μείνει άλλο εκεί. Πήρε το κουτί που έκρυβε τους θησαυρούς του με τρεμάμενα χέρια και έκανε να βγει από το δωμάτιο.

Και τότε την είδε... Μία γυναίκα με μαύρα ρούχα σαν σκιά να βγαίνει μέσα από τον τοίχο. Δεν του μίλησε, μόνο βάδιζε προς το μέρος του. 




Θεέ μου τρελαίνομαι, σκέφτηκε. Τρομοκρατημένος βγήκε  από το σπίτι και τρέχοντας μπήκε στο αυτοκίνητο  προσπαθώντας να συνέλθει. Έπιασε το κεφάλι του με τα δυο χέρια και το ακούμπησε στο τιμόνι. 

Ποια ήταν η οπτασία αυτής της γυναίκας που είχε δει πρώτα στο όνειρό του και τώρα εδώ σαν φάντασμα. Συλλογίστηκε πως αν ζούσε η Εύα θα ήταν περίπου στην ηλικία της.

Η Εύα ήταν δύο χρόνια μικρότερη από αυτόν και γεννήθηκε όταν ο πατέρας του παντρεύτηκε την μητέρα της λίγο μετά το θάνατο της δικής του. 

Η γέννησή της έκανε τον ίδιο αόρατο, τόσο στα μάτια της μητριάς του όσο και στα μάτια του πατέρα του. Τα πάντα είχαν επικεντρωθεί γύρω από την Εύα και ο ίδιος μεγάλωνε στο παρασκήνιο. Η ζήλεια άρχισε να φωλιάζει στη καρδιά του. Ναι ζήλευε εκείνο το μικρό χαριτωμένο πλασματάκι που του είχε κλέψει τον πατέρα του τον μοναδικό άνθρωπο που του είχε απομείνει.

Έδιωξε  τούτες τις σκέψεις γρήγορα από το μυαλό του. Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και περιπλανήθηκε στην πόλη. 

Γρήγορα έφτασε στα περίχωρα και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε ένα     μακρόστενο κτίριο. Ήταν το ίδιο που είχε δει  στη φωτογραφία που του είχαν στείλει. Σταμάτησε το αμάξι και κατέβηκε.

Το κτίριο ήταν εγκαταλελειμμένο και η οργιώδης βλάστηση προσπαθούσε να ντύσει με λήθη τους τοίχους του. Ο άνεμος που φυσούσε και περνούσε μέσα από τα παράθυρα που ήταν σαν μάτια που κοιτούσαν το κενό, έφερνε ήχους που θύμιζαν κραυγές. Πλησίασε. Πάνω από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα διάβασε μια ξεθωριασμένη επιγραφή με κεφαλαία γράμματα "ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ". Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του. Καθώς το κοιτούσε κάτι τον τράβηξε να μπει στο εσωτερικό του κτιρίου.

(Συνεχίζεται) 


Υ.Γ. Όλες οι εικόνες είναι αλιευμένες από το internet και ανήκουν στους δημιουργούς τους




Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Η Φωνή της Σιωπής (Μέρος 1ο) "Μια ιδέα- μια έμπνευση #4"





Κεντρική ιδέα πλοκής:

Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play.

Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά:

«Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες.

Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν;

Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας;

Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον.

Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέπει να τη βρείτε. Ή να ξεφύγετε.

Τι σας ενώνει; Τι σας χωρίζει; Ποιος πληγώθηκε και ποιος φεύγει τελευταίος;




Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

(Μέρος 1ο)

1. Εύθραυστη ηρεμία  


Ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα. Η καταιγίδα που για ώρες μαστίγωνε τα δυτικά προάστια του Κάρντιφ μόλις είχε σταματήσει, όμως μέσα σε τούτη την αφέγγαρη νυχτιά, ο κατάμαυρος ουρανός υποσχόταν πως σε λίγο θα άρχιζε πάλι. Ο δυνατός αέρας συνέχιζε αμείωτος την έντασή του και έκανε τα κλαδιά των δέντρων να χορεύουν έναν αλλόκοτο χορό.

Ο Τζέιμς βγήκε στο μικρό μπαλκόνι του διαμερίσματός του και μια ριπή παγωμένου αέρα τον κτύπησε καταπρόσωπο. Δεν πτοήθηκε, την ήθελε αυτή την αναμέτρηση απόψε μαζί του, για να καταλαγιάσει λίγο την πάλη που γινόταν μέσα του.

Κοίταξε γύρω του, η πόλη κοιμόταν. Ως και ο γείτονας στο απέναντι διαμέρισμα που κάθε βράδυ έβλεπε τηλεόραση μέχρι τις πρωινές ώρες, απόψε έλειπε. Μόνο τα στοιχεία της φύσεως ξαγρυπνούσαν. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό και η βροντή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική.

Ελάχιστα φώτα υπήρχαν αναμμένα διάσπαρτα σ' όλη την πόλη και μέσα στη σκοτεινιά φάνταζαν σαν μάτια μικρών δράκων. Αγρυπνούσαν άραγε για καλό ή για κακό;

Ο Τζέιμς σε δύο μήνες έκλεινε τα τριάντα του χρόνια και η αλήθεια είναι πως είχε πολλά σκαμπανεβάσματα στη ζωή του και στην παιδική του ηλικία είχαν συμβεί κάποια τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την ζωή του για πάντα. Είχε καταφέρει όμως με πείσμα και επιμονή και αρκετή ψυχανάλυση να τα αφήσει όλα πίσω και να γίνει ένας από τους καλύτερους επαγγελματίες στο χώρο των υπολογιστών. Πρόσφατα μάλιστα το πανεπιστήμιο του Κάρντιφ του είχε αναθέσει ένα project, που αφορούσε την αποκατάσταση παλιών αρχείων ήχου για λογαριασμό του αρχαιολογικού του τμήματος. Είχε ενθουσιαστεί.

Τον ενθουσιασμό και τη χαρά του ήρθε να ταράξει κάτι απρόσμενο, κάτι σκοτεινό από τα παλιά. Μια φωνή που δεν ακούστηκε, όταν έπρεπε.

Και τώρα αν και είχε μεγάλο περιθώριο χρόνου μέχρι να παραδώσει το project εντούτοις το δούλευε εδώ και δώδεκα ώρες σκυμμένος μπροστά στον υπολογιστή του, χωρίς σταματημό σαν να ήθελε να κρυφτεί πίσω από μία οθόνη με το μυαλό του απασχολημένο.

Ήθελε να ξεφύγει απ' αυτό που την προηγούμενη ημέρα είχε ταράξει την μέχρι τώρα εύθραυστη ηρεμία του.

Έξω στο μπαλκόνι ένιωσε την παγωνιά να τον περονιάζει, αλλά δεν ήθελε να μπει ακόμα μέσα. Η αποψινή νύχτα έμοιαζε με την φουρτουνιασμένη ψυχή του.

Άλλη μία αστραπή έσκισε τον ουρανό πιο κοντά του αυτή τη φορά και η βροντή που ακολούθησε ήρθε μαζί με τη θύμηση της κασέτας. Όσο και αν προσπάθησε να διώξει τη θύμησή της το βλέμμα του έπεσε στο τραπεζάκι του σαλονιού, εκεί όπου είχε αφήσει τον κίτρινο φάκελο που είχε παραλάβει την προηγούμενη μέρα. Ο αποστολέας του φακέλου ήταν ανώνυμος. Μέσα στο φάκελο είχε βρει ένα κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Δεν άντεξε, σαν ρομπότ κατευθύνθηκε προς τα κει και έβαλε πάλι την κασέτα να παίξει. Από την ανοιχτή πόρτα του μπαλκονιού άλλη μια βροντή ακούστηκε.

Η κασέτα άρχισε να παίζει. Η φωνή που ακουγόταν ήταν γυναικεία, απαλή κρύβοντας ταυτόχρονα κάτι απειλητικό, ίσως μια ηχώ από το παρελθόν που δεν μπορούσε κανείς να αγνοήσει.

" Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες".

Αν και δεν αναγνώρισε τη φωνή κατάλαβε πως είχε να κάνει με το παρελθόν του. Ένα παρελθόν από το οποίο είχε κρατήσει μόνο τα καλά στη μνήμη του και τα άσχημα τα είχε καταχωνιάσει στα σκοτεινά στρώματα του μυαλό του, για να μην ξαναβγούν ποτέ πια στο φως.

Φόβος τον κυρίευσε. Τι ήθελε να πει το μήνυμα; Ήταν μια απειλή για τη ζωή του ή ένα κάλεσμα για κάτι σημαντικό; Άκουσε το μήνυμα ξανά και ξανά σαν να ήθελε με αυτόν τον τρόπο να τιμωρήσει τον εαυτόν του. Τελικά άρπαξε την κασέτα νευριασμένος και την εκσφενδόνισε προς το μπαλκόνι και εκείνη κατέληξε κάτω στην αυλή χίλια κομμάτια. Ακολούθησε και το κασετόφωνο που είχε την ίδια τύχη. Για μια στιγμή σκέφτηκε να ακολουθήσει και αυτός την ίδια πορεία, καθώς θραύσματα άσχημων αναμνήσεων μπήκαν στο μυαλό του, αλλά συγκρατήθηκε. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα την ώρα που το δεύτερο κύμα καταιγίδας ξέσπασε με μανία πάνω στην πόλη.

"Είκοσι χρόνια ψυχοθεραπείας", σκέφτηκε, "είχαν πάει στα χαμένα".

Έβαλε ένα ουίσκι και ξάπλωσε στον καναπέ. Μετά από τόση δουλειά και αρκετή κατανάλωση αλκοόλ τον πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησε το πρωί με τη θύμηση ενός περίεργου ονείρου - μια φιγούρα στο σκοτάδι, μια γυναίκα σαν σκιά, χωρίς να ξεχωρίζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, με μαύρα ρούχα ήταν εκεί μαζί του και του έλεγε ξανά και ξανά την ίδια φράση, σαν ξόρκι - "θυμήσου το λάθος σου".

Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Για μια στιγμή κοίταξε γύρω του, έχοντας την εντύπωση ότι η περίεργη φιγούρα της γυναίκας ήταν εκεί μαζί του. Όταν βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος αναρωτήθηκε τι να σήμαινε το όνειρο και ποιο ήταν το λάθος που έπρεπε να θυμηθεί; Αρχίζω να τρελαίνομαι, μουρμούρισε.

Σηκώθηκε και έβαλε την καφετιέρα σε λειτουργία να φτιάξει καφέ. Με την πρώτη γουλιά, είδε ένα κίτρινο φάκελο περασμένο κάτω από την πόρτα του.

"Τι διάολο επιδημία κίτρινων φακέλων έπεσε;". Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, άφησε το φλιτζάνι στο τραπεζάκι του σαλονιού και προχώρησε προς την πόρτα. Σήκωσε τον φάκελο από κάτω και είδε ότι ήταν και αυτός ανώνυμος, όπως και ο προηγούμενος που περιείχε το κασετόφωνο.

Άνοιξε τον φάκελο. Μέσα υπήρχε μόνο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ήταν εκείνος μικρό παιδί με φόντο κάποιο παλιό μακρόστενο κτίριο που είχε λίγα μικρά παράθυρα στην πρόσοψη. Στη θέα του κτιρίου ένιωσε μια ανεξήγητη αναστάτωση, αλλά δεν θυμόταν αν το είχε ξαναδεί, ούτε αν έζησε κάποτε εκεί. Το τρέμουλο στα χέρια του επανήλθε και πάλι.

Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας διάβασε κάτι που ήταν σημειωμένο:

"Ξέρεις ποια είμαι και τι έκανες τότε. Πρέπει να θυμηθείς, απομένουν μόνο λίγες ημέρες".

Τον έπιασε ταχυπαλμία. Οι πρώτες ενδείξεις για κρίση πανικού είχαν εμφανιστεί. Σκέψεις, εικόνες, φωνές που τα είχε καταχωνιασμένα στο πίσω μέρος του μυαλού του για χρόνια, τώρα προσπαθούσαν να βγουν στο προσκήνιο.

Με τρεμάμενα χέρια πήρε τηλέφωνο τον ψυχολόγο του.

"Γιατρέ μου τρελαίνομαι. Μνήμες από το παρελθόν έρχονται με μορφή χιονοστιβάδας. Δεν ξέρω τι είναι πραγματικό και τι στη φαντασία μου".

"Έγινε αυτό που φοβόμουν, του απάντησε εκείνος. Όταν ήρθες σε μένα δέκα χρονών παιδάκι το μόνο που ήθελες ήταν να ξεχάσεις το παρελθόν σου, να καθησυχάσεις την συνείδησή σου και τα κατάφερες. Μεγαλώνοντας αφέθηκες σ' αυτή την κατάσταση, αλλά σε είχα προειδοποιήσει πως μια σπίθα αρκούσε να γίνουν όλα εφιαλτικά και πάλι. Έλα από το ιατρείο μου να αναλύσουμε την κατάσταση και να βρούμε μια ισορροπία".

Οι καθημερινές επισκέψεις στον ψυχολόγο του, γέμισαν τις επόμενες ημέρες του. Όσο όμως και αν προσπάθησε εκείνος να τον κάνει να ανατρέξει στο παρελθόν, η μνήμη του Τζέιμς πεισματικά αρνιόταν. Ωστόσο δεν μπορούσε πλέον να δουλέψει, ούτε να κοιμηθεί, δεν μπορούσε με τίποτα να ακολουθήσει την καθημερινότητά του. 

Τελικά ο ψυχολόγος του σύστησε να επισκεφτεί το μέρος που έζησε τα παιδικά του χρόνια. Ίσως εκεί να έβρισκε την χαμένη ισορροπία του.

(Συνεχίζεται)



Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο αγαπημένο Δρώμενο " Μια ιδέα - μια έμπνευση που διοργανώνει
ο Γιάννης στο blog του

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2024

ΖΗΤΗΜΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

  


   Ο Αλέξης καθισμένος στο γραφείο του, μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή κοιτούσε τα mail που του είχε στείλει πριν από λίγο ο συνέταιρός του, ο Λεωνίδας. Με τον Λεωνίδα ήταν φίλοι, αδέρφια πες, από μικρά παιδιά μεγαλωμένοι στην ίδια γειτονιά, μαζί στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο ακόμη και στην ίδια σχολή στο πανεπιστήμιο. Αμέσως μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους στο πανεπιστήμιο και ξεμπέρδεψαν από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, πέντε χρόνια τώρα, είχαν δημιουργήσει μια εταιρία "εισαγωγών-εξαγωγών" και οι δουλειές τους πήγαιναν πάρα πολύ καλά.
Ο Λεωνίδας βρισκόταν εδώ και μία εβδομάδα στη διεθνή έκθεση Sial Paris, στο Παρίσι φυσικά, προκειμένου να ενημερωθεί για τα καινούργια προϊόντα στο χώρο των τροφίμων, αλλά και να προωθήσει τα αντίστοιχα ελληνικά. Τις προηγούμενες ημέρες είχε κάνει την έρευνά του και είχε κάνει μια επιλογή καινοτόμων προϊόντων που σίγουρα θα μπορούσαν να προωθήσουν στην ελληνική αγορά και αυτά ήταν που μελετούσε τώρα ο Αλέξης προκειμένου να καταλήξουν και να κάνουν τις παραγγελίες τους.  
Την προσοχή του απέσπασε για λίγο η Μάρθα, η καινούργια γραμματέας, δίνοντάς του την αλληλογραφία του. Άφησε κατά μέρος την απάντηση στα mail για αργότερα προκειμένου να ρίξει άλλη μια ματιά στη λίστα των προϊόντων και κοίταξε τους τρεις φακέλους που του άφησε η Μάρθα. Ανάμεσά τους ήταν και ένας κίτρινος φάκελος χωρίς αποστολέα.
Ανοίγοντας τον κίτρινο φάκελο ο Αλέξης ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί το περιεχόμενο του. Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία που μόλις την είδε την πέταξε στο πάτωμα λες και ακούμπησε ένα πυρακτωμένο σίδερο. Του κόπηκε η ανάσα, με δυσκολία μπορούσε να αναπνεύσει. Όλοι οι θόρυβοι γύρω του σταμάτησαν και μόνο ο ανεπαίσθητος ήχος του ρολογιού στον τοίχο ακουγόταν και τον ένιωθε σαν να του σφυροκοπούσε το κεφάλι καθώς μετρούσε τα δευτερόλεπτα. Οι πρώτες σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στο πρόσωπό του, σημάδι πως ο πανικός άρχισε να τον κυριεύει. Οι σφυγμοί του ανέβηκαν επικίνδυνα. Ξέσφιξε λίγο την γραβάτα του και πήρε βαθιές ανάσες. Όταν συνήλθε κάπως σήκωσε τη φωτογραφία από το πάτωμα και κοίταξε πάλι το ζευγάρι που έδειχνε. Στη φωτογραφία ήταν η Άννα, η δική του Άννα, αγκαλιά με τον καλύτερό του φίλο και συνέταιρό του τον Λεωνίδα με φόντο τον Σηκουάνα.
Η Άννα υποτίθεται πως βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να παραστεί σε κάποιο δικαστήριο για λογαριασμό του γραφείου που εργαζόταν ως δικηγόρος. Τώρα βέβαια αποκαλύφτηκε ότι ήταν μαζί με τον Λεωνίδα στο Παρίσι.
Με την Άννα ο Αλέξης είχε γνωριστεί σε μια διαδήλωση στο πανεπιστήμιο όταν ήταν φοιτητές. Αυτός στο τρίτο έτος της νομικής και κείνη στο πρώτο. Το κορίτσι με το ξεχωριστό χαμόγελο και τα υπέροχα μάτια του έκλεψε από την πρώτη στιγμή την καρδιά. ήταν αυτό που λένε έρωτας με την πρώτη ματιά και ήταν αμοιβαίος. Τους ένωσαν οι ίδιες ιδέες, τα κοινά ενδιαφέροντα και από τότε έγιναν αχώριστοι. Στους τέσσερις μήνες μετά την γνωριμία τους συγκατοίκησαν και πριν από τρία χρόνια όταν και οι δύο είχαν τακτοποιηθεί επαγγελματικά, δέθηκαν με τα δεσμά του γάμου με κουμπάρο τον Λεωνίδα.
Η αλήθεια είναι πως στην αρχή πολιόρκησαν και οι δύο την Άννα, μα σαν είδε ο Λεωνίδας πως η Άννα προτίμησε τον Αλέξη και πόσο ερωτευμένος ήταν ο φίλος του μαζί της, υποχώρησε και ποτέ δεν έδειξε πως είχε βλέψεις σε κάποια μελλοντική σχέση μαζί της. Απεναντίας είχε καταλάβει πως τελικά δεν ήταν ο τύπος του και την έβαλε στην καρδιά του σαν την αδελφή που δεν είχε.
Ο Αλέξης τώρα κοιτούσε τη φωτογραφία και δεν πίστευε τα μάτια του. Αυτοί οι δυο το γλεντούσαν λοιπόν πίσω από την πλάτη του. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ο ήχος του τηλεφώνου. Ήταν η Άννα. Το άφησε να κτυπά, δεν ήταν σε θέση να της μιλήσει. Μετά από λίγο ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος στο κινητό του που του έδειξε πως είχε μήνυμα. Το διάβασε.
"Αγάπη μου, δεν τελείωσα την δουλειά μου εδώ σήμερα, έτσι θα παραμείνω άλλη μια μέρα μπορεί και δύο ακόμα στη Θεσσαλονίκη, θα σε πάρω αργότερα. Φιλάκια!"
"Του Ιούδα τα φιλιά" συμπλήρωσε φωναχτά ο Αλέξης. "Αποκαλύφτηκες κυρία Άννα, τώρα ξέρω πως δεν είσαι στη Θεσσαλονίκη, αλλά στο Παρίσι με το Λεωνίδα" και αρπάζοντας ένα κρυστάλλινο τασάκι πάνω από το γραφείο του το εκσφενδόνισε με δύναμη στον απέναντι τοίχο.
Στην πόρτα έκανε την εμφάνισή της η γραμματέας του, η Μάρθα. Την Μάρθα του την σύστησε η Άννα. Την ήξερε από παλιά, ήταν συμφοιτήτριες, δεν έκαναν βέβαια πολύ παρέα τότε, γιατί την θεωρούσε λίγο επιπόλαιη, απόδειξη ότι τελικά δεν πήρε πτυχίο γιατί προτίμησε να παντρευτεί κάποιον πολύ μεγαλύτερό της, που είχε όμως μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Τώρα ήταν χωρισμένη και σε αναζήτηση δουλειάς, όταν την συνάντησε τυχαία η Άννα. Έτσι σε συνεννόηση με τον Αλέξη της πρότεινε τη θέση της γραμματέως στην εταιρία, αφού η προηγούμενη κοπέλα είχε αποχωρίσει λόγω εγκυμοσύνης.
"Αλέξη τι σου συμβαίνει;" τον ρώτησε κοιτάζοντας σαστισμένη τα γυαλιά γύρω της, όταν δεν ήταν κάποιος πελάτης ή προμηθευτής μπροστά, του μιλούσε στον ενικό και πάντα προσπαθούσε να του δείξει πως ήταν πρόθυμη και για άλλες υπηρεσίες πέραν της γραμματέως.
"Καμάρωσε την φίλη σου" της είπε και της έδειξε τη φωτογραφία.
"Δεν το πιστεύω, η Άννα με τον Λεωνίδα. Μα πως εσείς φαινόσαστε το πιο ευτυχισμένο, το πιο ταιριαστό ζευγάρι στον κόσμο", του είπε και κατευθύνθηκε προς το μπαράκι του γραφείου. Έβαλε ένα ποτό στον Αλέξη και του το πρόσφερε. Εκείνος το κατέβασε μονορούφι και ζήτησε κι άλλο.
"Έτσι νόμιζα και εγώ, όμως τα φαινόμενα απατούν. Οι δύο υποκριτές ποιος ξέρει πόσο καιρό έχουν δεσμό και γελούν πίσω από την πλάτη μου. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι καλοθελητές". Τώρα ήταν εκείνος που σηκώθηκε και έβαλε άλλο ένα ποτό. Ήδη είχε ζαλιστεί καθώς δεν το συνήθιζε να πίνει και μάλιστα τόσο πρωί.
Η Μάρθα πήγε πίσω του και έβαλε τα χέρια της στους ώμους του. "Πάμε να πάρεις λίγο αέρα. Σήμερα δεν είσαι σε θέση ούτε να δουλέψεις, ούτε να σκεφτείς καθαρά".
"Τι να σκεφτώ, η φωτογραφία μιλάει και τα λέει όλα. Τα πιτσουνάκια μου διασκεδάζουν και εγώ έχω βυθιστεί στην κόλαση".
***
Η Μάρθα τώρα οδηγούσε στην παραλιακή. Σταμάτησε σε μια έρημη παραλία και βγήκαν από το αμάξι. Εκεί ο Αλέξης ούρλιαξε, έκλαψε, πέταξε όσες πέτρες μπόρεσε πετροβολώντας τη θάλασσα, λες και κείνη έφταιγε για όλα και κατέληξε να κάνει απελπισμένο έρωτα με την πρόθυμη Μάρθα πάνω στη νοτισμένη άμμο.
Όταν συνήλθαν κάπως μπήκαν πάλι στο αμάξι. Κατέληξαν στο σπίτι της Μάρθας κάνοντας για δεύτερη φορά έρωτα, χωρίς ο Αλέξης να νιώθει τύψεις. Προηγουμένως είχαν περάσει από το σπίτι του και πήραν μια μικρή βαλίτσα με ρούχα. Ο Αλέξης δεν ήθελε με τίποτα να μείνει εκεί που όλα του θύμιζαν την Άννα, τα φιλιά της, τα χάδια της, την αγκαλιά της που τώρα ήξερε πως όλα ήταν ψεύτικα.
Την άλλη μέρα στη δουλειά λειτουργούσε σαν ρομπότ. Τα τηλεφωνήματα και τα μηνύματα έπεφταν βροχή. Από τον Λεωνίδα που μη ξέροντας τι έχει συμβεί, του ζητούσε να του στείλει επειγόντως τη λίστα με τα επιλεγμένα προϊόντα,  προκειμένου να κλείσει τις συμφωνίες εισαγωγής και από την Άννα που ανησυχούσε  για την υγεία του, αφού δεν της απαντούσε στα τηλεφωνήματα και δεν ήξερε το λόγο της σιωπής του. Μην παίρνοντας απάντηση από τον Αλέξη είχαν αρχίσει να κάνουν τηλεφωνήματα στη Μάρθα, η οποία τους έλεγε διάφορα  για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του.

***

Την άλλη μέρα η Άννα μπήκε στο γραφείο του Αλέξη την ώρα που η Μάρθα τον είχε αγκαλιάσει και ήταν έτοιμη να του δώσει ένα φιλί. Αντικρίζοντας τους μαρμάρωσε. Δεν πίστευε στα μάτια της, ο Αλέξης στην αγκαλιά της Μάρθας. Προσπάθησε να μιλήσει όμως η φωνή της δεν έβγαινε. Δεν την κρατούσαν τα πόδια της και σωριάστηκε στην πολυθρόνα που βρήκε μπροστά της.
"Αλέξη μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις τι σημαίνουν όλα αυτά; τον ρώτησε όταν ανέκτησε λίγο την αυτοκυριαρχία της. Είναι η πρώτη φορά που έλειψα για μια βδομάδα από κοντά σου και εσύ έπεσες με τόση ευκολία στην αγκαλιά μιας άλλης;" Έπειτα στράφηκε προς την Μάρθα. "Και εσύ έτσι ξεπληρώνεις το καλό που σου έκανα να βρεις δουλειά; Πήγαινε έξω, θέλω να μιλήσω με τον άντρα μου", της είπε οργισμένη.
"Ε όχι ρε Άννα να μου βγεις και από πάνω τώρα. Όταν εσύ έβγαζες τα μάτια σου στο Παρίσι με τον άλλο ήταν καλά; φώναξε έξω φρενών ο Αλέξης. Μία σου και μία μου. Δεν είσαι σε θέση να με κρίνεις όταν εσύ πρώτη μου φόρεσες το κέρατο".
Η Άννα τινάχτηκε όρθια. "Ποιο Παρίσι, ποιο κέρατο, τι είναι αυτά που λες; Για ποιο πράγμα με κατηγορείς;"
"Κάνε μας και την ανήξερη τώρα. Μου άνοιξαν τα μάτια κυρία Άννα. Να, δες και εσύ τα κατορθώματά σου" της φώναξε και της πέταξε τη φωτογραφία στο πρόσωπο με οργή. "Πόσο καιρό γελούσατε πίσω από την πλάτη μου;"
Η Άννα κοίταξε τη φωτογραφία και έμεινε άφωνη. Πως είναι δυνατόν. Αυτή και ο Λεωνίδας αγκαλιά με φόντο τον Σηκουάνα. Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Για δεύτερη φορά σωριάστηκε στην πολυθρόνα. Ο Αλέξης βηματίζοντας πάνω κάτω συνέχιζε να την βρίζει και να την στολίζει με κάθε χυδαία έκφραση και όσο δεν έπαιρνε κάποια εξήγηση από την Άννα τόσο ο θυμός του φούντωνε.
Η Άννα κοιτούσε και ξανακοιτούσε τη φωτογραφία και κάτι της φαινόταν γνώριμο σ' όλο αυτό, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί. Είχε σταματήσει να ακούει τον Αλέξη πλέον και κοιτάζοντας επίμονα τη φωτογραφία θυμήθηκε μια ευτυχισμένη στιγμή μαζί του. Αυτή και ο Αλέξης πριν από δυο χρόνια αγκαλιά με φόντο τον Σηκουάνα σε μια φωτογραφία που είχε αποθηκεύσει στο κινητό της. Θυμήθηκε μάλιστα τη γαλλιδούλα που προθυμοποιήθηκε να τους την τραβήξει. Έψαξε και την βρήκε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, δάκρυα για μια ευτυχία που έχανε.
"Είναι αργά για δάκρυα και μετάνοιες τώρα πια. Φύγε από μπροστά μου, δεν θέλω να σε ξαναδώ", συνέχισε οργισμένος ο Αλέξης.
"Και δεν θα με ξαναδείς Αλέξη, όμως πριν φύγω κοίταξε εδώ. Του έδειξε την φωτογραφία τους, αυτή που απεικόνιζε την ευτυχία τους πριν από δύο χρόνια, στην προωθώ. Σύγκρινε τις δύο φωτογραφίες και θα καταλάβεις. Πως μπόρεσες να αμφισβητήσεις την αγάπη μου. Πως μπόρεσες να διαγράψεις με μια μονοκονδυλιά όλα αυτά που έχουμε ζήσει. Εγώ και ο φίλος σου είμαστε καθαροί, όμως εσύ δεν είσαι. Έπεσες στην αγκαλιά της Μάρθας και δεν πρόκειται να σε συγχωρήσω ποτέ γι' αυτό. Θα μείνω για λίγες ημέρες στο σπίτι, μέχρι να βρω κάπου αλλού να μείνω. Σε παρακαλώ να σεβαστείς την επιθυμία μου και να μην έρθεις, αφού φύγω κάνε ό,τι θέλεις". Και έφυγε!
Ο Αλέξης στην αρχή δεν κατάλαβε τι ακριβώς του έδειξε η Άννα και τι εννοούσε όταν του είπε να συγκρίνει τις δυο φωτογραφίες. Ή Μάρθα όταν είδε πως έφυγε η Άννα μπήκε στο γραφείο του Αλέξη και τον αγκάλιασε.
"Άφησέ με για λίγο μόνο σε παρακαλώ", της είπε.
Όταν έμεινε μόνος κοίταξε τις δύο φωτογραφίες και σιγά σιγά κατάλαβε. Η φωτογραφία με την Άννα στην αγκαλιά του Λεωνίδα ήταν προϊόν φωτομοντάζ. Η αυθεντική φωτογραφία ήταν αυτή που του είχε προωθήσει και έδειχνε τον ίδιο και την Άννα στην ίδια ακριβώς θέση στις όχθες του Σηκουάνα. Θυμήθηκε πόσο χαρούμενοι και ευτυχισμένοι ήταν εκείνο το απόγευμα. Μετά είχαν πάρει το καραβάκι και είχαν κάνει μία μίνι κρουαζιέρα στα νερά του Σηκουάνα βλέποντας τα αξιοθέατα κατά μήκος του ποταμού, με τα φώτα της πόλης να ανάβουν σιγά σιγά και εκείνοι να απολαμβάνουν το δείπνο τους λικνιζόμενοι στα νερά του.
Τώρα ήταν η σειρά του να γεμίσουν τα μάτια του δάκρυα που εξελίχτηκαν σε αναφιλητά. Σήκωσε με τρεμάμενο χέρι το κινητό και την κάλεσε. Το τηλέφωνο της ήταν νεκρό. Πήρε και τη ζήτησε στη δουλειά της, όμως του είπαν πως είχε ζητήσει άδεια για τις επόμενες δέκα μέρες. Ήξερε πως η Άννα δεν θα του συγχωρούσε την απιστία του ποτέ.

***
Την άλλη μέρα πήγε στο αεροδρόμιο να περιμένει τον Λεωνίδα. Του τα εξήγησε όλα. Ο Λεωνίδας αν και θύμωσε πολύ που σκέφτηκε ο φίλος του τόσο απαίσια πράγματα για τον ίδιο και την Άννα, τον συγχώρησε και του υποσχέθηκε ότι θα έκανε μια προσπάθεια να πείσει την Άννα να κάνει το ίδιο.
Ο Αλέξης συνέχισε να μένει στο σπίτι της Μάρθας περισσότερο για να μην τρελαθεί μόνος του, όμως δεν την άγγιξε από κείνη την ημέρα του τσακωμού του με την Άννα, όσο και αν αυτή προσπάθησε για το αντίθετο.
Από εκείνη την ημέρα έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά για να μην σκέφτεται την όλη κατάσταση αν και το μυαλό του διαρκώς βασάνιζε το ερώτημα ποιος ήθελε να του κάνει τόσο κακό, αλλά απάντηση δεν μπορούσε να δώσει.
Ένα βραδάκι που ήταν στο σπίτι, η Μάρθα ετοίμαζε το βραδινό τους και ο Αλέξης πήγε να στείλει κάποια email από τον υπολογιστή της. Τον βρήκε ανοιχτό στα email της. Πριν εισάγει τον δικό του κωδικό η ματιά του έπεσε στη φράση "έπεσε το κάστρο Αλέξης;" Από περιέργεια διάβασε ολόκληρο το μήνυμα.
"Ξαδέρφη δεν μπορείς να πεις έκανα σπουδαία δουλειά στις φωτογραφίες που μου έστειλες. Στο φωτομοντάζ είμαι άπαιχτος! Τι έγινε λοιπόν έπεσε το κάστρο Αλέξης;"
Άνοιξε το προηγούμενο email και είδε το πριν και το μετά της ίδιας φωτογραφίας, καθώς και μία φωτογραφία του Λεωνίδα, αυτή που χρησιμοποίησαν για να ολοκληρωθεί το έγκλημα. Αμέσως πήρε μια κόλλα χαρτί και έγραψε τη λέξη "Απολύεσαι" με μεγάλα γράμματα και την τοποθέτησε πάνω στο πληκτρολόγιο. Μετά πήρε την βαλίτσα του και έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.



Αυτό το διήγημα μου συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό βιβλίο
"Στιγμές έμπνευσης" των εκδόσεων "Κέφαλος"