Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Καλή Ανάσταση



Φίλοι μου σας εύχομαι Καλή Ανάσταση!
Ανάσταση στην καρδιά μας και στην ψυχή μας.
Να περάσετε όμορφα με τις οικογένειες σας.
Φιλιά!

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Για τα σεντόνια μου ρε γαμώτο



Φεγγάρι μου βγήκες και απόψε σεργιάνι και εγώ νιώθω έντονη την μοναξιά μου. Ξέρω είμαι παραπονιάρα όμως είμαι πάλι μόνη και όσο και αν δεν θέλω να το παραδεχτώ αυτό οφείλεται  στη ζήλεια μου!
Ναι ναι την ζήλεια μου, αυτή θέλω να μου διώξεις για να σταυρώσω και εγώ κανένα γκόμενο, να δουν χαρά τα σεντόνια μου, να έχω κάποιον να με αγκαλιάζει καθώς μας λούζει το φως σου, να ξυπνάω χωμένη σε μια αγκαλιά, να έχω και εγώ έναν άνθρωπο να πίνω τον καφέ μου μαζί του το πρωί βρε αδερφέ.
Πάρε μακριά την αναθεματισμένη ζήλεια μου, γιατί εγώ όσο και αν βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου πως θα την διώξω, τσουπ φυτρώνει πάλι μέσα μου κάθε φορά που κάνω κάποια σχέση. Βλέπεις δεν με αφήνουν να αγιάσω όλες αυτές οι ξανθιές, μελαχρινές και κοκκινομάλλες που κυκλοφορούν εκεί έξω. Μια ματιά να τους ρίξει ο δικός μου, ξανακυλάω στα ίδια και όλο φτάνω στην πηγή και νερό δεν πίνω και μεταξύ μας τώρα τα δεύτερα …άντα πλησιάζουν και εγώ πάλι ρέστη.
Γι’ αυτό σου λέω διώξε την ζήλεια μου μακριά, είσαι η μόνη μου σωτηρία για να ξυπνάω και εγώ σε τσαλακωμένα σεντόνια.

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργανώνει η Μαρία και το χάρτινο καραβάκι της. Μαρία μου να είσαι καλά και να μας ενώνεις σε τέτοια δρώμενα.
Οι λέξεις με το κόκκινο είναι οι λέξεις με τις οποίες έπρεπε να παίξουμε.



Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

"Το κόκκινο τριαντάφυλλο μου" φωτο-συγγραφική σκυτάλη #2


Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήσουν. Κόκκινο όπως το χρώμα της αγάπης.
Της αγάπης που σκόρπισες απλόχερα γύρω σου, στα παιδιά σου, στα εγγόνια σου,
στα δισέγγονα σου, σε όλο τον κόσμο.
Σαν μπουμπούκι έζησες ανέμελα στο χωριό σου -τα Ροδινά- ανάμεσα σε μια πολυπληθή
αλλά αγαπημένη οικογένεια.
Όταν άνθισες πια και παντρεύτηκες τον πατέρα στον Πύργο έζησες κοντά του απλά
αλλά όμορφα. "Μάτι μου" σε αποκαλούσε μια έκφραση που συνήθιζαν στο χωριό του
για να δείξουν σε κάποιον ότι τον αγαπούσαν πολύ.
Κόκκινο  τριαντάφυλλο ήσουν όπως το χρώμα της δύναμης. Της δύναμης
με την οποία αντιμετώπισες τις δυσκολίες της ζωής, γιατί   συνάντησες πολλά αγκάθια
στη ζωή σου, αλλά τα ξεπέρασες με πείσμα πιασμένη χέρι χέρι με τον πατέρα.
Μεγάλωσες τα παιδιά σου μαζί με τον πατέρα με αγάπη  πάντα δίπλα μας στα καλά
και τα άσχημα.
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήσουν σαν αυτά που φύτευες στην αυλή σου που σκορπούσαν
αρώματα. Αρώματα  καλοσύνης σκόρπιζες και εσύ, ανθρωπιάς και σεβασμού.
Τριαντάφυλλο μου άνθισες για 97 ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχεις αρρωστήσει
σοβαρά ποτέ στη ζωή σου, δεν ήθελες ποτέ να διαβείς το κατώφλι του νοσοκομείου
και τώρα που το διάβηκες χωρίς στην ουσία από κάτι σοβαρό -είχε χαμηλό νάτριο
που της το προκάλεσε το μοναδικό χάπι που έπινε αυτό της πίεσης- έμελλε να σταθεί
μοιραίο.
Ταλαιπωρήθηκες περίπου για σαράντα ημέρες και η μόνη  σου έγνοια ήταν ότι μας
στεναχωρούσες και λυπόσουν που πλησίαζαν Χριστούγεννα και εμείς θα είμαστε στο
νοσοκομείο.
Όμως χαίρομαι που σε είχαμε πάντα δίπλα μας, που μέχρι τρεις μέρες πριν αρρωστήσεις
είμαστε  σε γάμο και  χτυπούσες παλαμάκια καθώς έβλεπες τα παιδιά σου να χορεύουν.
Σου άρεσαν πολύ οι Ανατολές, αφού χαράματα σηκωνόσουν να κάνεις τις δουλειές σου,
να ετοιμάσεις εμάς για το σχολείο και μετά να πας στα χτήματα να βοηθήσεις τον πατέρα.
Μια Ανατολή διάλεξες λοιπόν να μας αποχαιρετήσεις. Την Ανατολή τούτης της καινούργιας
χρονιάς. Όταν ο ήλιος έλουσε το δωμάτιο μας κοίταξες, σου είπαμε ότι σε αγαπάμε και μετά
έκλεισες τα μάτια ήρεμα.
Φύσηξε αέρας και παρέσυρε ένα ένα τα πέταλα σου, τριαντάφυλλο μου. Ο πατέρας ήταν από
την άλλη μεριά και τα μάζευε. Τώρα θα είστε μαζί για να γιορτάσετε μαζί την γιορτή σου,
χωρίς εμάς που μας μάζευες τέτοια μέρα γύρω σου να μας κάνεις το τραπέζι.


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στην φωτο-συγγραφική σκυτάλη, ένα δρώμενο που διοργανώνει
η Μαίρη μέσω του blog  της Γήινη ματιά


                                  

Την φωτογραφία με τα τριαντάφυλλα πάνω στην οποία έπρεπε να κτίσω μια ιστορία την παρέλαβα από την Ρούλα το σμαράγδι μας. Ίσως κάτω από άλλες συνθήκες η ιστορία να ήταν διαφορετική αλλά μετά από την απώλεια της μητέρας μου έγραψα αυτό.
Παραδίδω την σκυτάλη στην Κατερίνα Β. " με αυτή την φωτογραφία.
Κατερίνα μου καλή επιτυχία!

Πηγή: https://pixabay.com/el/photos/time/


Καλή χρονιά!





Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Οδοδείκτης και η Ομίχλη



Βράδιασε! Ο Οδοδείκτης έστεκε αγέρωχος στο σταυροδρόμι.  Είχε μπλε το φόντο του και πάνω του ήταν γραμμένη η κατεύθυνση με όμορφα άσπρα φωσφοριζέ γράμματα «Αλήθεια 5km». Ήταν περήφανος που έδειχνε στους ανθρώπους τον δρόμο προς την Αλήθεια και του άρεσε όταν   ακουμπούσαν για λίγο πάνω του πριν  τον ακολουθήσουν.  Όμως απόψε όλοι τον προσπερνούσαν και γι’ αυτό έφταιγε η Ομίχλη που εδώ και ώρα είχε απλώσει ένα πυκνό πέπλο γύρω του. Όσο και αν όρθωνε το ανάστημά του για να τον δουν οι άνθρωποι και τεντωνόταν, εκείνοι τον προσπερνούσαν κατευθυνόμενοι προς τον Οδοδείκτη που πάνω του έγραφε «Ψέμα 3km». Ο Οδοδείκτης στενοχωρήθηκε και άρχισε να διαμαρτύρεται στην Ομίχλη.
-Ε! Ομίχλη φύγε από δω, μου κάνεις κακό. Απόψε όλοι με προσπερνούν, δεν με βλέπουν εξαιτίας σου και άλλοι κατευθύνονται προς το Ψέμα, άλλοι προς την Υποκρισία και κανένας προς την Αλήθεια.
-Δεν πάω πουθενά, του αποκρίθηκε η Ομίχλη με θράσος και έγινε ακόμη πιο πυκνή.
-Σε παρακαλώ πήγαινε αλλού. Είμαι πολύ σημαντικός Οδοδείκτης, δεν πρέπει να με προσπερνούν.
-Και γιατί παρακαλώ είσαι τόσο σημαντικός;
-Είμαι σημαντικός, γιατί όποιος με ακολουθεί λέει πάντα την αλήθεια και η αλήθεια είναι χαρά, είναι ζωή, είναι δύναμη, είναι δημιουργία και προπάντων είναι ελευθερία. Μόνο όποιος ακολουθεί τον δρόμο της αλήθειας είναι πραγματικά ελεύθερος. Γι’ αυτό σε παρακαλώ φύγε από μπροστά μου,  της είπε  ο Οδοδείκτης.
-Αν φύγω πρέπει να μου δώσεις κάτι για ενέχυρο, του είπε η Ομίχλη. Χμ! για να σκεφτώ… ας πούμε να μου δώσει το Θάρρος.
-Τι είναι αυτά που λες, της είπε ο Οδοδείκτης, μπορεί να είμαι σημαντικός  δρόμος, όμως δεν είμαι εύκολος, οπότε το Θάρρος είναι απαραίτητο σε κάποιον για να με ακολουθήσει.
-Τότε τι θα έλεγες να μου δώσεις την Ειλικρίνεια για ενέχυρο; του είπε η Ομίχλη.
-Την Ειλικρίνεια; Μα αν κάποιος δεν είναι ειλικρινής πως θα ακολουθήσει τον δρόμο της Αλήθειας. Έλα φύγε, δεν βλέπεις που άλλος ένας άνθρωπος με προσπέρασε;
-Αν  θέλεις να μην σε προσπεράσουν και άλλοι τότε δώσε μου την Δύναμη σου, του είπε με στόμφο η Ομίχλη.
-Μα και την Δύναμη την χρειάζομαι. Την δίνω στους ανθρώπους που με  ακολουθούν. Ξέρεις  χρειάζεται να είναι κάποιος πολύ δυνατός για να ακολουθήσει τον δρόμο της Αλήθειας.
 -Ίσως αν μου έδινες λίγη από την Γαλήνη;
-Την Γαλήνη την δίνω ως δώρο σε όσους με ακολουθούν και μην συνεχίζεις τα παζάρια, δεν σου δίνω τίποτα. Όλα αυτά που μου ζητάς είναι απαραίτητα όπλα με τα οποία πρέπει να οπλιστεί ένας άνθρωπος που φτάνει σε αυτό το σταυροδρόμι και αμφιταλαντεύεται στο αν θα με ακολουθήσει ή θα με προσπεράσει. Άλλωστε δεν σε φοβάμαι πια σε λίγο θα διαλυθείς.
-Α ναι και γιατί παρακαλώ; τον ρώτησε όλο νάζι η Ομίχλη, τόση  ώρα δεν το έχεις καταφέρει, τώρα πως θα μπορέσεις να με διαλύσεις;
-Όχι εγώ, εκείνος θα σε διαλύσει ! Ο Ήλιος, ο πιστός μου σύμμαχος. Για κοίταξε προς τη Ανατολή, ήδη άρχισε να γλυκοχαράζει. Σε λίγο θα γίνω πάλι ορατός και η Αλήθεια θα λάμψει.  Διότι ως γνωστόν «ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον».
Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι Παίζοντας με τις λέξεις, που διοργανώνει η Μαρία μέσω του καταπληκτικού blog της.

Οι λέξεις με τις οποίες παίξαμε αυτή τη φορά είναι αυτές που είναι γραμμένες με κόκκινο χρώμα.
Καλή εβδομάδα!

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Καλοκαιριού (μέρος 4ο)

Την αρχή του παραμυθιού θα την βρείτε  εδώ
Το δεύτερο μέρος εδώ
Το τρίτο μέρος εδώ


«Άφησα την θάλασσα, συνέχισε το Καλοκαίρι, και ανηφόρισα προς  ένα βουνό κατάφυτο από ψηλά δέντρα.   Το απαλό αεράκι που φυσούσε σκορπούσε γύρω μου μυρωδιές από Πεύκα, Μυρτιές και αγριολούλουδα, ενώ στα αυτιά μου έφταναν τιτιβίσματα πουλιών. Πιο κάτω στην χαράδρα έκαναν θόρυβο  τα νερά ενός ποταμού καθώς κατρακυλούσαν πάνω σε βραχάκια και μεγάλες πέτρες. Ήταν μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα.
Τα Δέντρα σκέφτηκα θα με υποδεχτούν με χαρά, όμως τον χαιρετισμό μου ελάχιστα από αυτά τον ανταπέδωσαν, ενώ τα περισσότερα άρχισαν κάτι να σιγομουρμουρίζουν μεταξύ τους.
Τι συμβαίνει τα ρώτησα, δεν χαίρεστε που με βλέπετε;  Όλοι λένε πως είμαι η καλύτερη εποχή».
«Για μας καλό και χρυσό είσαι και χαιρόμαστε όταν έρχεσαι, όμως οι άνθρωποι μας βγάζουν ξινή τη χαρά μας», είπε μια Βελανιδιά.
«Γιατί τι συμβαίνει;» τα ρώτησα.
«Ρωτάς τι συμβαίνει, είπε θυμωμένο ένα Πεύκο ορθώνοντας το ανάστημά του μπροστά μου. Ξέχασες τι έγινε  πέρσι όταν ήρθες Εσύ και αν το ξέχασες για ρίξε μια ματιά στο απέναντι βουνό. Εκεί αν θυμάσαι υπήρχαν θεόρατα Δέντρα που τα έκαψαν κάποιοι ασυνείδητοι άνθρωποι, εκεί ζούσαν εκατοντάδες ζωάκια που βρήκαν τραγικό θάνατο καθώς εγκλωβίστηκαν στις φλόγες. Θυμάσαι που και εμείς στο τσακ γλιτώσαμε; 
Μας έσωσε το ποτάμι που κυλάει εκεί κάτω και κάποιοι καλοί άνθρωποι –γιατί υπάρχουν και καλοί άνθρωποι, μάλιστα  μερικοί από αυτούς κάηκαν- που με μεγάλη δυσκολία περιόρισαν τη φωτιά και έτσι σωθήκαμε. Προσφέρουμε  στους ανθρώπους οξυγόνο, την πηγή της ζωής και αυτοί στην καλύτερη περίπτωση  μας αφήνουν τα σκουπίδια τους φεύγοντας από δω και στην χειρότερη  μας καίνε. Ναι! Βάζουν  φωτιά και να μας καίνε. Και όλα αυτά γιατί; Για να δημιουργήσουν οικόπεδα και να γεμίσουν  τα βουνά με τσιμέντο ή για άλλους πιο σκοτεινούς σκοπούς που μόνο αυτοί που κινούν τα νήματα του χρήματος ξέρουν. Κάθε χρόνο όταν έρχεσαι Εσύ ζούμε με τον φόβο μήπως  συμβεί και  σε μας το ίδιο».
«Κοίταξα το βουνό απέναντι. Παντού μαυρίλα.  Στο μυαλό μου ήρθε η μεγάλη πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει ένα μεσημέρι του Ιουλίου. Δυστυχώς δεν είχα τα μέσα να σταματήσω τη φωτιά. Δεν κουβαλάω βλέπετε στις αποσκευές μου βροχή για να μπορέσω να την σβήσω».
Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ καθώς τα θυμήθηκα όλα αυτά και σκέφτηκα πως τα Δέντρα έχουν δίκιο που διαμαρτύρονται για τον ερχομό μου.  Ζουν με την αγωνία αν θα καταφέρουν να ζήσουν την περίοδο που έρχομαι εγώ.  Έτσι πήρα άλλη μία ψυχρολουσία  και απομακρύνθηκα προς την πόλη.
«Τελικά σκέφτηκα μόνο οι άνθρωποι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι  όταν έρχομαι. Έτσι κατευθύνθηκα  προς μια πόλη που ήταν εκεί κοντά. Ήταν απογευματάκι και πολλοί κάθονταν στις πλατείες και έπιναν τα αναψυκτικά τους. Πλησίασα διακριτικά για να ακούσω τι λέγανε. Σίγουρα δεν περίμενα να ακούσω διαμαρτυρίες για την αφεντιά μου και όμως  άκουσα δυσάρεστα πράγματα για εμένα.
Κάποιος έλεγε πως δεν άντεχε την ζέστη, ενώ η γυναίκα του από  δίπλα συμφωνούσε κουνώντας  την βεντάλια της πέρα δώθε. Ένας άλλος έλεγε πως εξαιτίας της πολλής ζέστης έκαιγε το κλιματιστικό μέρα νύχτα και πως θα πλήρωνε πολλά για το ρεύμα και μία κυρία εύσωμη διαμαρτυρόταν ότι ήταν μούσκεμα  από τον ιδρώτα. Πήγα και σε άλλες παρέες και σχεδόν όλοι διαμαρτύρονταν για την ζέστη.
Στο τέλος συνειδητοποίησα πως δεν ήταν κανείς ευχαριστημένος μαζί μου και μετά από πολλή σκέψη αποφάσισα να παραχωρήσω την θέση μου στα αδέρφια μου. Εκείνα βέβαια προσπάθησαν να με μεταπείσουν και για να με παρηγορήσουν ο Χειμώνας μου είπε πως οι άνθρωποι διαμαρτύρονται και σε εκείνον  όταν κάνει πολύ κρύο και η Άνοιξη και το Φθινόπωρο μου είπαν ότι οι άνθρωποι διαμαρτύρονται γιατί  βρέχουν συνέχεια. Εγώ όμως την απόφασή μου κύριε Κάβουρα την έχω πάρει. Αφού κανείς δεν με θέλει δεν ξαναβγαίνω από δω».
«Έχεις δίκιο που σκέφτεσαι έτσι, του είπε ο Κάβουρας, όμως για να έρθω να σε βρω πάει να πει πως κάποιος σε ψάχνει».
«Αποκλείεται να με ψάχνει κάποιος, αφού σου είπα πήγα παντού και όλοι είχαν παράπονα από μένα», του είπε το Καλοκαίρι.
«Δεν ρώτησες όμως τα παιδιά. Αυτά δεν τα σκέφτεσαι που περίμεναν πως και πώς να τελειώσουν το σχολείο και να αρχίσουν τις διακοπές τους; Αυτά ήρθαν και με παρακάλεσαν να σε βρω και να σου πω να γυρίσεις πίσω. Μου έδωσαν μάλιστα και αμοιβή όλο το χαρτζιλίκι τους που είχαν για παγωτά» του είπε ο Κάβουρας.
«Τα παιδιά, ω ναι τα παιδιά είναι η αδυναμία μου. Χαίρομαι να ακούω τις ανέμελες φωνές τους, να παρακολουθώ τα παιχνίδια τους, να ακούω τα τραγούδια τους», είπε το Καλοκαίρι.
«Γι’ αυτό σου λέω, γύρισε πίσω για χάρη τους». 
«Για τα παιδιά και μόνο για αυτά από αύριο θα είμαι στο πόστο μου» είπε το Καλοκαίρι.
Την άλλη μέρα ο Κάβουρας κάλεσε τα παιδιά, τους είπε πως βρήκε το Καλοκαίρι, πως την άλλη μέρα θα ήταν πίσω στο πόστο του και τους ανέφερε αναλυτικά τα γεγονότα της εξαφάνισή του.
Τα παιδιά κάτι συνομίλησαν μεταξύ τους και ο αρχηγός τους είπε στον Κάβουρα να πει στο Καλοκαίρι πως από αύριο θα ξεκινούσαν και κείνα εκστρατεία ενημέρωσης των γονιών τους, των φίλων και συγγενών για το κακό που κάνουν στο φυσικό περιβάλλον και υποσχέθηκαν πως θα  τους κάνουν να σταματήσουν το καταστροφικό έργο τους.
Ύστερα αφού ευχαρίστησαν τον Κάβουρα έκαναν να φύγουν. «Μια στιγμή, πάρτε και αυτό» τους είπε ο Κάβουρας και τους έδωσε τον κουμπαρά τους.
«Μα αυτό είναι η αμοιβή σου» είπαν τα παιδιά.
«Σας κερνάω τα παγωτά του Καλοκαιριού, άλλωστε και μένα μου έλειπε το Καλοκαίρι και θα  έψαχνα έτσι και αλλιώς από μόνος μου να το βρω» τους είπε ο Κάβουρας.
«Αν είναι έτσι καλά, γιατί χάρες εμείς δεν θέλουμε», του είπαν σοβαρά.
Ο Κάβουρας τους χαμογέλασε και τα παιδιά αφού πήραν τον κουμπαρά  έφυγαν χαρούμενα για να ξεχυθούν στις αλάνες και να χαρούν το Καλοκαίρι!

Τέλος

Υ.Γ. Δυστυχώς τα τραγικά γεγονότα με πρόλαβαν και  το παραμύθι  είναι δραματικά επίκαιρο. Με πόνο ψυχής κάνω την ανάρτηση του τελευταίου μέρος του παραμυθιού. Μακάρι να ήταν η καταστροφική πυρκαγιά  ένα παραμύθι, ένα ψέμα. Όμως δεν είναι. Κάθε χρόνο όλο και κάποια περιοχή θα ζήσει την κόλαση και καθώς είμαι από την Ηλεία που ζήσαμε και εμείς τον ίδιο εφιάλτη καταλαβαίνετε πόσο θλίβομαι όταν βλέπω  κάτι τέτοιο. Αυτή την τραγωδία δεν την χωράει ο νους. Κλαίω!



Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Καλοκαιριού (Μέρος 3ο)


Την αρχή του παραμυθιού θα την βρείτε εδώ
Το δεύτερο μέρος θα το βρείτε εδώ


Κάθισαν στο γραφείο του και το Καλοκαίρι είπε  στην βοηθό του να τους ετοιμάσει  δυο καφεδάκια. Μετά  άρχισε την διήγηση του αναστενάζοντας.
«Κύριε Κάβουρα, όταν παρέλαβα την σκυτάλη από την αδερφή μου την Άνοιξη ήμουν πολύ χαρούμενο, γιατί ύστερα από εννέα μήνες κλεισούρα είχε έρθει η σειρά μου. 
Βγήκα και καλημέρισα πρώτα πρώτα τον Ήλιο. Συζήτησα μαζί του κάποια   ζητήματα, πότε δηλαδή θα ανατέλλει πότε θα δύει,  να μην το παρακάνει με τους καύσωνες, να χαρίζει όμορφα ηλιοβασιλέματα για τις ρομαντικές ψυχές και άλλα πολλά. Ήταν σύμφωνος  σε όλα και έτσι δώσαμε τα χέρια και τον άφησα να κάνει την δουλειά του.
Μετά κατηφόρισα προς την Θάλασσα την καλημέρισα από μακριά, αλλά δεν άκουσα να μου ανταποδίδει τον χαιρετισμό, απεναντίας έφτασε στα αυτιά μου ένα –εσύ μας έλειπες τώρα- και συγκλονίστηκα. Μπα θα παράκουσα,  σκέφτηκα, δεν είναι δυνατόν η Θάλασσα να είπε κάτι τέτοιο. Πλησίασα λοιπόν και την χαιρέτησα πάλι από κοντά. Τίποτα αυτή, την είδα πολύ προβληματισμένη, στενοχωρημένη μη σου πω και θυμωμένη.
"Τι έχεις Θάλασσα, γιατί είσαι στενοχωρημένη και γιατί δεν με χαιρετάς μετά από τόσο καιρό που έχεις να με δεις; Τώρα που θα έπρεπε να είσαι χαρούμενη, που θα γεμίσουν οι παραλίες σου με κόσμο, εσύ είσαι κατσούφα;" την ρώτησα.
«Είμαι θυμωμένη μαζί σου, μου απάντησε εκείνη. Δεν σε θέλω, να γυρίσεις στον πύργο σου».
«Μα γιατί τα έχεις βάλει μαζί μου… τόσα χρόνια συνεργαζόμαστε άψογα, τι άλλαξε τώρα;»
«Στην αρχή χαιρόμουν που όταν ερχόσουν Εσύ, γέμιζαν όλες οι παραλίες μου με κόσμο. Χαιρόμουν που έπαιζαν οι γονείς με τα παιδιά τους πλατσουρίζοντας με τα κυματάκια μου, που έφτιαχναν κάστρα  με την άμμο μου, μα κουράστηκα πια. Κουράστηκα γιατί μετά πρέπει να καθαρίζω τα σκουπίδια  τους. Τι και αν κάθε χρόνο στέλνω τους Πελεκάνους με τις ντουντούκες να τους φωνάζουν –όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε Θάλασσες και Ακτές-  τίποτα αυτοί, συνεχίζουν να με βρομίζουν. Άσε που με όλα αυτά τα σπορ που έχουν εφεύρει, δεν αφήνουν τα πλασματάκια μου να ησυχάσουν. Πέρσι θρήνησα κάμποσες χελώνες εξαιτίας των ταχύπλοων.
Παλιά ήταν αλλιώς, ήταν πιο ωραία! Άντε έπλεε στα νερά μου καμιά βαρκούλα με κάποιο ερωτευμένο ζευγαράκι μέσα που απολάμβανε την βαρκάδα του ή παρέες που σιγοτραγουδούσαν με κιθαρίτσες στην αμμουδιά όταν είχε Πανσέληνο. Τώρα  παντού ακούς ξέφρενες μουσικές και φασαρίες από μεθυσμένους τουρίστες... σκέτη τρέλα σου λέω. Κουράστηκα πια!  Καλύτερα περνάω με τα αδέρφια σου. Τότε τουλάχιστον όλοι μένουν στα σπίτια τους και έτσι εγώ έχω την ησυχία μου.
Η Θάλασσα συνέχισε να μου λέει ατέλειωτα παράπονα  και είχα αρχίσει να της ρίχνω δίκιο, την χαιρέτισα και έφυγα προβληματισμένο.
Συνεχίζεται

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Καλοκαιριού ( Μέρος 2ο)


Θα βρείτε το πρώτο μέρος εδώ

«Το Καλοκαίρι λοιπόν όταν πήρε την σκυτάλη από την αδερφή του την Άνοιξη, ήρθε χαρούμενο και με βρήκε. Ήλιε, μου είπε, ήρθε η σειρά μας να συνεργαστούμε και να χαρίσουμε μία ανέμελη περίοδο σε όλους. Η πρώτη μέρα κύλησε όμορφα, αλλά την δεύτερη το είδα λίγο προβληματισμένο, την τρίτη έδειχνε λυπημένο. Την τέταρτη μέρα έβαλε τα κλάματα και έφυγε τρέχοντας».
«Γιατί; Τι του συνέβη;»  ρώτησε τον Ήλιο ο Κάβουρας.
«Έτρεξα πίσω του, το ρώτησα τι έπαθε, απάντηση όμως δεν πήρα», είπε ο Ήλιος.
«Μα τις χίλιες τσούχτρες! Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί!» είπε ο Κάβουρας και έξυσε το κεφάλι του με την αριστερή του δαγκάνα προβληματισμένος. «Είπες ότι ξέρεις που βρίσκεται τώρα, που είναι λοιπόν;»
«Όπως ξέρεις από εδώ ψηλά που βρίσκομαι τα βλέπω όλα! Όταν λοιπόν το Καλοκαίρι έφυγε τρέχοντας βρήκε καταφύγιο στον μεγάλο πύργο που βρίσκεται στο γυάλινο βουνό, ξέρεις εκεί που ξεκουράζονται τα αδέρφια του μέχρι να ξαναέρθει η σειρά τους. Από εκείνη την ημέρα δεν το ξαναείδα. Την άλλη μέρα είδα να έρχεται αντί αυτού η Άνοιξη, έτσι την ρώτησα γιατί πήρε την θέση του Καλοκαιριού και η απάντησή της ήταν πως κάποιος έπρεπε να το αντικαταστήσει, γιατί το Καλοκαίρι είναι κλεισμένο στο δωμάτιο του και δεν μιλάει σε κανέναν. Όμως είμαι πολύ κουρασμένη γι’ αυτό αύριο θα με αντικαταστήσει το Φθινόπωρο. Από εκείνη την ημέρα η Άνοιξη και το Φθινόπωρο βγαίνουν εναλλάξ αντί του Καλοκαιριού για να το βοηθήσουν, γι’ αυτό ο καιρός μία μοιάζει ανοιξιάτικος και μία φθινοπωρινός, ευτυχώς που ο Χειμώνας δεν συμφώνησε με όλο αυτό, αλλιώς θα βλέπαμε και χιόνι μες το κατακαλόκαιρο».
«Πολύ περίεργα όλα αυτά» είπε ο Κάβουρας προβληματισμένος
«Βέβαια όπως σου είπα τον λόγο που συμβαίνει αυτό δεν τον γνωρίζω. Δουλειά σου είναι να το ανακαλύψεις» είπε ο Ήλιος και συνέχισε την πορεία του ανάμεσα στα σύννεφα.
«Σε ευχαριστώ  Ήλιε» είπε ο Κάβουρας.
Ο ντετέκτιβ μπήκε στο αυτοκίνητό του και κίνησε για τον μεγάλο  πύργο στο γυάλινο βουνό εκεί όπου ζούσαν οι τέσσερις εποχές. Κτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε  η Άνοιξη και αφού της συστήθηκε, της είπε ότι ήθελε να μιλήσει στο Καλοκαίρι. Η Άνοιξη οδήγησε τον ντετέκτιβ σε ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο και εκεί είδε το Καλοκαίρι. Εκείνο μόλις αντιλήφτηκε πως κάποιος είχε μπει  σκούπισε βιαστικά ένα δάκρυ και είπε πως δεν δέχεται επισκέψεις.
«Εμένα θα με δεχτείς» του είπε ο Κάβουρας «είμαι ο Κάβουρας ο Ανοιχτομάτης, ο γνωστός ντεντέκτιβ αν έχεις ακουστά.
«Και βέβαια έχω ακούσει για σένα κύριε Κάβουρα και μάλιστα ήθελα να σε ευχαριστήσω που πέρσι βρήκες τα κουκούτσια του πιο καλύτερου  φρούτου μου, του καρπουζιού, αλλά γιατί θέλεις να με δεις, ψάχνεις κάτι;»
«Άκου λέει αν ψάχνω κάτι, Εσένα ψάχνω!  Για την ακρίβεια όλοι σε ψάχνουν και ανέθεσαν σε μένα να σε βρω και να σε πάω πίσω.
«Με ψάχνουν; Εμένα κανείς δεν με ψάχνει, απεναντίας σε κανέναν δεν άρεσε ο ερχομός μου» είπε το Καλοκαίρι.
«Γιατί το λες αυτό; Εγώ ξέρω πως όλοι περίμεναν πως και πως τον ερχομό σου» του είπε ο Κάβουρας.
«Σιγά μην περίμεναν τον ερχομό μου… και εγώ αυτό νόμιζα, αλλά δυστυχώς δεν είναι έτσι, γι’ αυτό άσε με στην ησυχία μου», είπε το Καλοκαίρι λυπημένο.
«Δεν θα φύγω από δω αν δεν μου πεις τι συμβαίνει, είπε ο Κάβουρας και κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στο Καλοκαίρι.
Το καλοκαίρι έμεινε αρκετή ώρα σιωπηλό, ο Κάβουρας είχε οπλιστεί με αρκετή υπομονή.  Στο τέλος το Καλοκαίρι αφήνοντας έναν αναστεναγμό αποφάσισε να μιλήσει.
«Εντάξει θα σου πω τι συμβαίνει, γιατί αν δεν τα πω κάπου θα σκάσω. Πάμε στο γραφείο μου είναι πιο φωτεινά εκεί» είπε το Καλοκαίρι.
           Συνεχίζεται