Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Καλοκαίρι

Καλοκαίρι σημαίνει ζέστη,   μπάνια στη θάλασσα και βουτιές.

Θερινά σινεμά,  γρανίτες και βανίλια υποβρύχιο.

Καλοκαίρι σημαίνει καρπούζι, πεπόνι και παγωτά.

 Κουβαδάκια, νεροπίστολα και κάστρα στην  άμμο.

(βαζάκια κηροπήγια)

Καλοκαίρι σημαίνει σμίξιμο με φίλους το βραδάκι κάτω από το απαλό φως 

ενός κεριού, που σιγοκαίει μέσα σε ένα βαζάκι καλοκαιρινά διακοσμημένο.


Καλοκαίρι σημαίνει μαγευτικά ηλιοβασιλέματα και βαρκάδες με πανσέληνο.

Καλοκαίρι σημαίνει φωτιές στην άμμο και νυχτερινό μπάνιο.

Καλοκαίρι σημαίνει έρωτας!



Με τα καλοκαιρινά διακοσμημένα  βαζάκια συμμετέχω στην Φιλική Πρόκληση 114
με θέμα το "ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ", που διοργανώνει η Μία.
https://craftartista.blogspot.com/2019/05/hostess-of-friendly-challenge-no-114.html



Καλό Καλοκαίρι!

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Τα απομνημονεύματα ενός κοχυλιού -Φωτο-συγγραφική σκυτάλη #3



https://gr.dreamstime.com/photos 

  Ήρθε η ώρα να σας διηγηθώ τα απομνημονεύματά μου. Τόσοι και τόσοι γράφουν απομνημονεύματα, γιατί να μην γράψω και εγώ. Καταρχάς να σας συστηθώ.  Είμαι ένα πολύ όμορφο Κοχύλι-αχιβάδα σε σχήμα βεντάλιας. Το κέλυφός μου το στολίζουν είκοσι στρογγυλεμένες ραβδώσεις σε χρώμα πορτοκαλί, που μπορώ να πω πως είναι το αγαπημένο μου χρώμα. Ζω με τα αδέρφια μου σε ένα κοραλλιογενή ύφαλο. Χαρακτηριστικό μου είναι και μην γελάσετε παρακαλώ, ότι το ένα αυτί μου είναι μεγαλύτερο από το άλλο.
  Κάποια μέρα λοιπόν αποφάσισα να ταξιδέψω  για να γνωρίσω τον κόσμο τον στεριανό. Γι’ αυτόν τον κόσμο είχα ακούσει να μιλούν οι καπεταναίοι  και οι ναύτες  τα βράδια πάνω στο κατάστρωμα των πλοίων τους. Μιλούσαν με νοσταλγία και αγάπη για τον κόσμο αυτόν και μετρούσαν τις μέρες που θα γυρνούσαν  κοντά στους αγαπημένους τους. Ακόμα  και στα τραγούδια τους η ίδια νοσταλγία κυριαρχούσε.
  Κατάλαβα πως για να μιλούν με τόση αγάπη για τον τόπο τους θα ήταν ωραίος και καθώς είμαι ένα πολύ περίεργο κοχύλι αποφάσισα πως έπρεπε να ταξιδέψω ως εκεί και να γνωρίζω επιτέλους αυτόν τον κόσμο.
  Βέβαια οι φίλοι μου και πολλά άλλα θαλάσσια πλάσματα μου έλεγαν πως ο στεριανός κόσμος δεν είναι για μας, μου έλεγαν πως κρύβει πολλούς κινδύνους και ότι εμείς δεν μπορούμε να ζήσουμε εκεί, αλλά εγώ όπως σας είπα είμαι πολύ περίεργο και αγύριστο «κεφάλι»  και προσπαθούσα να βρω τρόπο να τον δω έστω και από μακριά. Ζήτησα και την γνώμη του σοφού Χταποδιού και κείνο μου είπε πως μπορώ να φτάσω ως εκεί, αρκεί όταν φτάσω στην ακτή να είμαι κάτω από την υγρή άμμο και σε άμεση επαφή με το νερό.
  Έτσι ξεκίνησα ένα Καλοκαίρι γιατί αυτή την εποχή  η θάλασσα είναι ήρεμη και καλοτάξιδη για να γνωρίσω τον κόσμο των ανθρώπων.
  Στο δρόμο μου έκανα πολλούς φίλους, είδα ωραία τοπία γεμάτα πολύχρωμα κοράλλια, γνώρισα ανεμώνες, ταξίδεψα παρέα με κάτι θεόρατα καβούρια, με φιλοξένησαν κάτι μακρινά ξαδέρφια μου, στρείδια τα έλεγαν και πέρασα μια βδομάδα φανταστική κοντά τους .
  Όμως αργούσα να φτάσω και φοβήθηκα πως έτσι που το πήγαινα θα περνούσε το Καλοκαίρι και εγώ δεν θα είχα κάνει ούτε τη μισή διαδρομή. Ευτυχώς για καλή μου τύχη μια μέρα συνάντησα μια χελώνα. Γίναμε φίλοι και πάνω στην κουβέντα, της είπα για το ταξίδι μου και δεν θα το πιστέψετε αλλά και αυτή εκεί πήγαινε, γιατί ήταν η εποχή που έπρεπε να γεννήσει τα αυγά της στην καυτή άμμο.
  Έτσι ανέβηκα στην ράχη της και ταξίδεψα ξεκούραστα. Είχε πολύ πλάκα όταν η χελώνα ανέβαινε στην επιφάνεια του νερού για να αναπνεύσει και μετά έκανε απότομη κατάδυση. Ιδίως το βράδυ ήταν φανταστικά γιατί για πρώτη φορά αντίκρισα τον ουρανό που ήταν γεμάτος λαμπερά αστέρια και ένα ολόγιομο φεγγάρι που καθρεφτιζόταν στα νερά της θάλασσας.
«Τύχαμε σε πανσέληνο» μου είπε η χελώνα, γιατί όπως έμαθα το φεγγάρι δεν είναι ίδιο κάθε βράδυ, ξεκινάει από μια μικρή φετούλα, γίνεται μεγάλο μετά για λίγο χάνεται και πάλι από την αρχή.
  Μια μέρα πέσαμε πάνω σε ένα κοπάδι τσούχτρες. Το τι φαγοπότι έκανε η χελώνα δεν λέγεται, γιατί όπως μου είπε αυτό ήταν το αγαπημένο της φαγητό.
  Είχε περάσει ένας μήνας από τότε που ξεκίνησα και ένα βράδυ σε μια ανάδυση της χελώνας είδα φώτα κάπου μακριά που δεν ήταν αστέρια. Εκεί ζουν οι άνθρωποι μου είπε η χελώνα, πλησιάζουμε στο στεριανό τον κόσμο. Πράγματι μετά από ένα μερόνυχτο πατήσαμε στο πόδι μας, «πόδι» τρόπος του λέγειν για μένα, στην ακτή. Η χελώνα βγήκε στη στεριά και εγώ την παρακολουθούσα να ανοίγει ένα λάκκο, να γεννά τα αυγά της, να τα σκεπάζει με άμμο και μετά πολύ κουρασμένη να γυρνά στη θάλασσα κοντά μου.
«Φιλαράκο» μου είπε «πάω να ξεκουραστώ. Για κάνα μήνα ακόμη εδώ γύρω θα γυρίζω, αν θέλεις μπορώ να σε πάρω μαζί μου στην επιστροφή».
  Έτσι έμεινα μόνο. Από κάπου κοντά άκουγα μουσική. Κοίταξα προς τα εκεί και είδα μια μεγάλη παρέα από νεαρά παιδιά να έχουν ανάψει φωτιά στην άμμο και να διασκεδάζουν χορεύοντας. Κατά τις πρωινές ώρες υπήρχε μια ησυχία γύρω και κοιμήθηκα. Ξύπνησα όταν ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά στον ουρανό και κρύφτηκα κάτω από την υγρή άμμο, γιατί άκουσα βήματα γύρω μου. Κάποιος μάλιστα πήγε να με πατήσει. Κατάλαβα πως εκεί που καθόμουν κινδύνευα και έτσι πήγα πίσω από ένα βράχο. Επιτέλους ήμουν ασφαλής. Σε λίγο η θάλασσα είχε γεμίσει ανθρώπους που κολυμπούσαν γύρω μου, άλλοι σαν δελφίνια και άλλοι άγαρμπα καταπίνοντας άφθονο θαλασσινό νερό. που δεν ήταν ότι καλύτερο για αυτούς. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Μου άρεσε να βλέπω τα μικρά παιδάκια να παίζουν με τα κουβαδάκια τους στην άμμο, που έφτιαχναν κάστρα και γοργόνες, αλήθεια είχαν δει γοργόνες τα παιδιά; πως ήξεραν πως είναι και τις έφτιαχναν τόσο ωραίες; Εγώ μια φορά είχα δει γοργόνα όλη και όλη  στη ζωή μου  όταν βρέθηκα σε ένα κοραλλένιο παλάτι.
  Τις μέρες που βρισκόμουν εκεί κοντά στο σούρουπο είχα δει μια νεαρή γυναίκα που σκαρφάλωνε στο βράχο μου, κοιτούσε τη θάλασσα και από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα.  Έδειχνε πολύ στεναχωρημένη και κατάλαβα πως κάποια στιγμή μπορεί και να έπεφτε στη θάλασσα και να πνιγόταν.
Την συμπάθησα πολύ και ήξερα πως αν το πρόβλημά της ήταν οικονομικό μπορούσα να την βοηθήσω. Έτσι την άλλη μέρα που την είδα να έρχεται   και να κάθεται στο γνωστό σημείο πιο πικραμένη από κάθε άλλη φορά την πλησίασα και στήθηκα απέναντι από τον ήλιο που σε λίγο ήταν έτοιμος να βασιλέψει. Πήρα την κατάλληλη θέση και άνοιξα το κέλυφός μου, προσευχόμενο να με προσέξει. Οι ακτίνες του ήλιου έπεσαν πάνω στο μαργαριτάρι που έκρυβα στα σπλάχνα μου και αυτό λαμπύρισε με χιλιάδες χρώματα. Πέρασαν δέκα λεπτά αγωνίας, εκείνη σηκώθηκε από τον βράχο και ήταν έτοιμη να πέσει στη θάλασσα και τότε ευτυχώς με είδε, είδε την λάμψη από το μαργαριτάρι μου. 
  Ξαφνιάστηκε, ξέχασε αυτό που πήγαινε να κάνει. Έσκυψε για να με δει καλύτερα. Μετά με πήρε απαλά στα χέρια της, με χάιδεψε, ενώ εγώ την παρακαλούσα να πάρει το μαργαριτάρι μου. Το μαργαριτάρι που για μένα ήταν ένα άχρηστο σώμα, που το έφτιαξα όταν ένας ενοχλητικός κόκκος άμμου μπήκε στα σπλάχνα μου και για να αμυνθεί ο οργανισμός μου και να μην αρρωστήσω έφτιαξα αυτό από μία σκληρή κρυστάλλινη ουσία το μάργαρο. Επειδή το είχα χρόνια στα σπλάχνα μου ήταν αρκετά μεγάλο και όπως είχα ακούσει από τους καπεταναίους που έψαχναν για μαργαριτάρια, όσο πιο μεγάλο τόσο πιο πολλά χρήματα κόστιζε. Και όχι να το παινευτώ αλλά είχα βάλει όλη την τέχνη μου και το είχα κάνει όμορφο.
Εκείνη κατάλαβε, το ξεκόλλησε απαλά από τα σώμα μου, μου έδωσε ένα φιλί και ύστερα με έβαλε πάλι στη θάλασσα.
  Την είδα να φεύγει χαρούμενη. Κάθισα κάμποσες μέρες ακόμη εκεί αποκομίζοντας εμπειρίες. Την κοπέλα δεν την ξαναείδα και αυτό με έκανε χαρούμενο, γιατί κατάλαβα πως είχε λύσει το πρόβλημά της.
  Όταν συναντήθηκα πάλι με την χελώνα ανέβηκα στην ράχη της και ξεκινήσαμε για το ταξίδι της επιστροφής, ευτυχισμένο που είχα φανεί χρήσιμο σε εκείνη την κοπέλα και χαρούμενο που είχα απαλλαγεί από το βάρος του μαργαριταριού.
  Τώρα αν νομίζετε πως τα απομνημονεύματά μου τελείωσαν εδώ γελιέστε γιατί υποσχέθηκα  στον εαυτόν μου πως το επόμενο Καλοκαίρι θα έκανα πάλι ένα ταξίδι για κάπου αλλού.



Αυτή είναι η συμμετοχή στην φωτο-συγγραφική σκυτάλη#3 που διοργανώνει η αγαπημένη μας Μαίρη μέσω του blog της Γήινη ματιά.
Την φωτογραφία που σε αυτήν βασίστηκα για να γράψω τούτο το παραμύθι την παρέλαβα από την Σμαραγδένια. Επίσης μέσα στο κείμενο έπρεπε να συμπεριλάβω την λέξη Καλοκαίρι.
Κορίτσια σας ευχαριστώ πολύ. 
Με την σειρά μου παραδίδω με αγάπη την σκυτάλη στην Ρένα με την παρακάτω φωτογραφία  και την λέξη "μυστήριο".
Ρένα μου καλή επιτυχία! 

https://www.pexels.com/

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Καλή Ανάσταση



Φίλοι μου σας εύχομαι Καλή Ανάσταση!
Ανάσταση στην καρδιά μας και στην ψυχή μας.
Να περάσετε όμορφα με τις οικογένειες σας.
Φιλιά!

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Για τα σεντόνια μου ρε γαμώτο



Φεγγάρι μου βγήκες και απόψε σεργιάνι και εγώ νιώθω έντονη την μοναξιά μου. Ξέρω είμαι παραπονιάρα όμως είμαι πάλι μόνη και όσο και αν δεν θέλω να το παραδεχτώ αυτό οφείλεται  στη ζήλεια μου!
Ναι ναι την ζήλεια μου, αυτή θέλω να μου διώξεις για να σταυρώσω και εγώ κανένα γκόμενο, να δουν χαρά τα σεντόνια μου, να έχω κάποιον να με αγκαλιάζει καθώς μας λούζει το φως σου, να ξυπνάω χωμένη σε μια αγκαλιά, να έχω και εγώ έναν άνθρωπο να πίνω τον καφέ μου μαζί του το πρωί βρε αδερφέ.
Πάρε μακριά την αναθεματισμένη ζήλεια μου, γιατί εγώ όσο και αν βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου πως θα την διώξω, τσουπ φυτρώνει πάλι μέσα μου κάθε φορά που κάνω κάποια σχέση. Βλέπεις δεν με αφήνουν να αγιάσω όλες αυτές οι ξανθιές, μελαχρινές και κοκκινομάλλες που κυκλοφορούν εκεί έξω. Μια ματιά να τους ρίξει ο δικός μου, ξανακυλάω στα ίδια και όλο φτάνω στην πηγή και νερό δεν πίνω και μεταξύ μας τώρα τα δεύτερα …άντα πλησιάζουν και εγώ πάλι ρέστη.
Γι’ αυτό σου λέω διώξε την ζήλεια μου μακριά, είσαι η μόνη μου σωτηρία για να ξυπνάω και εγώ σε τσαλακωμένα σεντόνια.

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργανώνει η Μαρία και το χάρτινο καραβάκι της. Μαρία μου να είσαι καλά και να μας ενώνεις σε τέτοια δρώμενα.
Οι λέξεις με το κόκκινο είναι οι λέξεις με τις οποίες έπρεπε να παίξουμε.



Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

"Το κόκκινο τριαντάφυλλο μου" φωτο-συγγραφική σκυτάλη #2


Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήσουν. Κόκκινο όπως το χρώμα της αγάπης.
Της αγάπης που σκόρπισες απλόχερα γύρω σου, στα παιδιά σου, στα εγγόνια σου,
στα δισέγγονα σου, σε όλο τον κόσμο.
Σαν μπουμπούκι έζησες ανέμελα στο χωριό σου -τα Ροδινά- ανάμεσα σε μια πολυπληθή
αλλά αγαπημένη οικογένεια.
Όταν άνθισες πια και παντρεύτηκες τον πατέρα στον Πύργο έζησες κοντά του απλά
αλλά όμορφα. "Μάτι μου" σε αποκαλούσε μια έκφραση που συνήθιζαν στο χωριό του
για να δείξουν σε κάποιον ότι τον αγαπούσαν πολύ.
Κόκκινο  τριαντάφυλλο ήσουν όπως το χρώμα της δύναμης. Της δύναμης
με την οποία αντιμετώπισες τις δυσκολίες της ζωής, γιατί   συνάντησες πολλά αγκάθια
στη ζωή σου, αλλά τα ξεπέρασες με πείσμα πιασμένη χέρι χέρι με τον πατέρα.
Μεγάλωσες τα παιδιά σου μαζί με τον πατέρα με αγάπη  πάντα δίπλα μας στα καλά
και τα άσχημα.
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ήσουν σαν αυτά που φύτευες στην αυλή σου που σκορπούσαν
αρώματα. Αρώματα  καλοσύνης σκόρπιζες και εσύ, ανθρωπιάς και σεβασμού.
Τριαντάφυλλο μου άνθισες για 97 ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχεις αρρωστήσει
σοβαρά ποτέ στη ζωή σου, δεν ήθελες ποτέ να διαβείς το κατώφλι του νοσοκομείου
και τώρα που το διάβηκες χωρίς στην ουσία από κάτι σοβαρό -είχε χαμηλό νάτριο
που της το προκάλεσε το μοναδικό χάπι που έπινε αυτό της πίεσης- έμελλε να σταθεί
μοιραίο.
Ταλαιπωρήθηκες περίπου για σαράντα ημέρες και η μόνη  σου έγνοια ήταν ότι μας
στεναχωρούσες και λυπόσουν που πλησίαζαν Χριστούγεννα και εμείς θα είμαστε στο
νοσοκομείο.
Όμως χαίρομαι που σε είχαμε πάντα δίπλα μας, που μέχρι τρεις μέρες πριν αρρωστήσεις
είμαστε  σε γάμο και  χτυπούσες παλαμάκια καθώς έβλεπες τα παιδιά σου να χορεύουν.
Σου άρεσαν πολύ οι Ανατολές, αφού χαράματα σηκωνόσουν να κάνεις τις δουλειές σου,
να ετοιμάσεις εμάς για το σχολείο και μετά να πας στα χτήματα να βοηθήσεις τον πατέρα.
Μια Ανατολή διάλεξες λοιπόν να μας αποχαιρετήσεις. Την Ανατολή τούτης της καινούργιας
χρονιάς. Όταν ο ήλιος έλουσε το δωμάτιο μας κοίταξες, σου είπαμε ότι σε αγαπάμε και μετά
έκλεισες τα μάτια ήρεμα.
Φύσηξε αέρας και παρέσυρε ένα ένα τα πέταλα σου, τριαντάφυλλο μου. Ο πατέρας ήταν από
την άλλη μεριά και τα μάζευε. Τώρα θα είστε μαζί για να γιορτάσετε μαζί την γιορτή σου,
χωρίς εμάς που μας μάζευες τέτοια μέρα γύρω σου να μας κάνεις το τραπέζι.


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στην φωτο-συγγραφική σκυτάλη, ένα δρώμενο που διοργανώνει
η Μαίρη μέσω του blog  της Γήινη ματιά


                                  

Την φωτογραφία με τα τριαντάφυλλα πάνω στην οποία έπρεπε να κτίσω μια ιστορία την παρέλαβα από την Ρούλα το σμαράγδι μας. Ίσως κάτω από άλλες συνθήκες η ιστορία να ήταν διαφορετική αλλά μετά από την απώλεια της μητέρας μου έγραψα αυτό.
Παραδίδω την σκυτάλη στην Κατερίνα Β. " με αυτή την φωτογραφία.
Κατερίνα μου καλή επιτυχία!

Πηγή: https://pixabay.com/el/photos/time/


Καλή χρονιά!





Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Οδοδείκτης και η Ομίχλη



Βράδιασε! Ο Οδοδείκτης έστεκε αγέρωχος στο σταυροδρόμι.  Είχε μπλε το φόντο του και πάνω του ήταν γραμμένη η κατεύθυνση με όμορφα άσπρα φωσφοριζέ γράμματα «Αλήθεια 5km». Ήταν περήφανος που έδειχνε στους ανθρώπους τον δρόμο προς την Αλήθεια και του άρεσε όταν   ακουμπούσαν για λίγο πάνω του πριν  τον ακολουθήσουν.  Όμως απόψε όλοι τον προσπερνούσαν και γι’ αυτό έφταιγε η Ομίχλη που εδώ και ώρα είχε απλώσει ένα πυκνό πέπλο γύρω του. Όσο και αν όρθωνε το ανάστημά του για να τον δουν οι άνθρωποι και τεντωνόταν, εκείνοι τον προσπερνούσαν κατευθυνόμενοι προς τον Οδοδείκτη που πάνω του έγραφε «Ψέμα 3km». Ο Οδοδείκτης στενοχωρήθηκε και άρχισε να διαμαρτύρεται στην Ομίχλη.
-Ε! Ομίχλη φύγε από δω, μου κάνεις κακό. Απόψε όλοι με προσπερνούν, δεν με βλέπουν εξαιτίας σου και άλλοι κατευθύνονται προς το Ψέμα, άλλοι προς την Υποκρισία και κανένας προς την Αλήθεια.
-Δεν πάω πουθενά, του αποκρίθηκε η Ομίχλη με θράσος και έγινε ακόμη πιο πυκνή.
-Σε παρακαλώ πήγαινε αλλού. Είμαι πολύ σημαντικός Οδοδείκτης, δεν πρέπει να με προσπερνούν.
-Και γιατί παρακαλώ είσαι τόσο σημαντικός;
-Είμαι σημαντικός, γιατί όποιος με ακολουθεί λέει πάντα την αλήθεια και η αλήθεια είναι χαρά, είναι ζωή, είναι δύναμη, είναι δημιουργία και προπάντων είναι ελευθερία. Μόνο όποιος ακολουθεί τον δρόμο της αλήθειας είναι πραγματικά ελεύθερος. Γι’ αυτό σε παρακαλώ φύγε από μπροστά μου,  της είπε  ο Οδοδείκτης.
-Αν φύγω πρέπει να μου δώσεις κάτι για ενέχυρο, του είπε η Ομίχλη. Χμ! για να σκεφτώ… ας πούμε να μου δώσει το Θάρρος.
-Τι είναι αυτά που λες, της είπε ο Οδοδείκτης, μπορεί να είμαι σημαντικός  δρόμος, όμως δεν είμαι εύκολος, οπότε το Θάρρος είναι απαραίτητο σε κάποιον για να με ακολουθήσει.
-Τότε τι θα έλεγες να μου δώσεις την Ειλικρίνεια για ενέχυρο; του είπε η Ομίχλη.
-Την Ειλικρίνεια; Μα αν κάποιος δεν είναι ειλικρινής πως θα ακολουθήσει τον δρόμο της Αλήθειας. Έλα φύγε, δεν βλέπεις που άλλος ένας άνθρωπος με προσπέρασε;
-Αν  θέλεις να μην σε προσπεράσουν και άλλοι τότε δώσε μου την Δύναμη σου, του είπε με στόμφο η Ομίχλη.
-Μα και την Δύναμη την χρειάζομαι. Την δίνω στους ανθρώπους που με  ακολουθούν. Ξέρεις  χρειάζεται να είναι κάποιος πολύ δυνατός για να ακολουθήσει τον δρόμο της Αλήθειας.
 -Ίσως αν μου έδινες λίγη από την Γαλήνη;
-Την Γαλήνη την δίνω ως δώρο σε όσους με ακολουθούν και μην συνεχίζεις τα παζάρια, δεν σου δίνω τίποτα. Όλα αυτά που μου ζητάς είναι απαραίτητα όπλα με τα οποία πρέπει να οπλιστεί ένας άνθρωπος που φτάνει σε αυτό το σταυροδρόμι και αμφιταλαντεύεται στο αν θα με ακολουθήσει ή θα με προσπεράσει. Άλλωστε δεν σε φοβάμαι πια σε λίγο θα διαλυθείς.
-Α ναι και γιατί παρακαλώ; τον ρώτησε όλο νάζι η Ομίχλη, τόση  ώρα δεν το έχεις καταφέρει, τώρα πως θα μπορέσεις να με διαλύσεις;
-Όχι εγώ, εκείνος θα σε διαλύσει ! Ο Ήλιος, ο πιστός μου σύμμαχος. Για κοίταξε προς τη Ανατολή, ήδη άρχισε να γλυκοχαράζει. Σε λίγο θα γίνω πάλι ορατός και η Αλήθεια θα λάμψει.  Διότι ως γνωστόν «ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον».
Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι Παίζοντας με τις λέξεις, που διοργανώνει η Μαρία μέσω του καταπληκτικού blog της.

Οι λέξεις με τις οποίες παίξαμε αυτή τη φορά είναι αυτές που είναι γραμμένες με κόκκινο χρώμα.
Καλή εβδομάδα!

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Καλοκαιριού (μέρος 4ο)

Την αρχή του παραμυθιού θα την βρείτε  εδώ
Το δεύτερο μέρος εδώ
Το τρίτο μέρος εδώ


«Άφησα την θάλασσα, συνέχισε το Καλοκαίρι, και ανηφόρισα προς  ένα βουνό κατάφυτο από ψηλά δέντρα.   Το απαλό αεράκι που φυσούσε σκορπούσε γύρω μου μυρωδιές από Πεύκα, Μυρτιές και αγριολούλουδα, ενώ στα αυτιά μου έφταναν τιτιβίσματα πουλιών. Πιο κάτω στην χαράδρα έκαναν θόρυβο  τα νερά ενός ποταμού καθώς κατρακυλούσαν πάνω σε βραχάκια και μεγάλες πέτρες. Ήταν μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα.
Τα Δέντρα σκέφτηκα θα με υποδεχτούν με χαρά, όμως τον χαιρετισμό μου ελάχιστα από αυτά τον ανταπέδωσαν, ενώ τα περισσότερα άρχισαν κάτι να σιγομουρμουρίζουν μεταξύ τους.
Τι συμβαίνει τα ρώτησα, δεν χαίρεστε που με βλέπετε;  Όλοι λένε πως είμαι η καλύτερη εποχή».
«Για μας καλό και χρυσό είσαι και χαιρόμαστε όταν έρχεσαι, όμως οι άνθρωποι μας βγάζουν ξινή τη χαρά μας», είπε μια Βελανιδιά.
«Γιατί τι συμβαίνει;» τα ρώτησα.
«Ρωτάς τι συμβαίνει, είπε θυμωμένο ένα Πεύκο ορθώνοντας το ανάστημά του μπροστά μου. Ξέχασες τι έγινε  πέρσι όταν ήρθες Εσύ και αν το ξέχασες για ρίξε μια ματιά στο απέναντι βουνό. Εκεί αν θυμάσαι υπήρχαν θεόρατα Δέντρα που τα έκαψαν κάποιοι ασυνείδητοι άνθρωποι, εκεί ζούσαν εκατοντάδες ζωάκια που βρήκαν τραγικό θάνατο καθώς εγκλωβίστηκαν στις φλόγες. Θυμάσαι που και εμείς στο τσακ γλιτώσαμε; 
Μας έσωσε το ποτάμι που κυλάει εκεί κάτω και κάποιοι καλοί άνθρωποι –γιατί υπάρχουν και καλοί άνθρωποι, μάλιστα  μερικοί από αυτούς κάηκαν- που με μεγάλη δυσκολία περιόρισαν τη φωτιά και έτσι σωθήκαμε. Προσφέρουμε  στους ανθρώπους οξυγόνο, την πηγή της ζωής και αυτοί στην καλύτερη περίπτωση  μας αφήνουν τα σκουπίδια τους φεύγοντας από δω και στην χειρότερη  μας καίνε. Ναι! Βάζουν  φωτιά και να μας καίνε. Και όλα αυτά γιατί; Για να δημιουργήσουν οικόπεδα και να γεμίσουν  τα βουνά με τσιμέντο ή για άλλους πιο σκοτεινούς σκοπούς που μόνο αυτοί που κινούν τα νήματα του χρήματος ξέρουν. Κάθε χρόνο όταν έρχεσαι Εσύ ζούμε με τον φόβο μήπως  συμβεί και  σε μας το ίδιο».
«Κοίταξα το βουνό απέναντι. Παντού μαυρίλα.  Στο μυαλό μου ήρθε η μεγάλη πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει ένα μεσημέρι του Ιουλίου. Δυστυχώς δεν είχα τα μέσα να σταματήσω τη φωτιά. Δεν κουβαλάω βλέπετε στις αποσκευές μου βροχή για να μπορέσω να την σβήσω».
Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ καθώς τα θυμήθηκα όλα αυτά και σκέφτηκα πως τα Δέντρα έχουν δίκιο που διαμαρτύρονται για τον ερχομό μου.  Ζουν με την αγωνία αν θα καταφέρουν να ζήσουν την περίοδο που έρχομαι εγώ.  Έτσι πήρα άλλη μία ψυχρολουσία  και απομακρύνθηκα προς την πόλη.
«Τελικά σκέφτηκα μόνο οι άνθρωποι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι  όταν έρχομαι. Έτσι κατευθύνθηκα  προς μια πόλη που ήταν εκεί κοντά. Ήταν απογευματάκι και πολλοί κάθονταν στις πλατείες και έπιναν τα αναψυκτικά τους. Πλησίασα διακριτικά για να ακούσω τι λέγανε. Σίγουρα δεν περίμενα να ακούσω διαμαρτυρίες για την αφεντιά μου και όμως  άκουσα δυσάρεστα πράγματα για εμένα.
Κάποιος έλεγε πως δεν άντεχε την ζέστη, ενώ η γυναίκα του από  δίπλα συμφωνούσε κουνώντας  την βεντάλια της πέρα δώθε. Ένας άλλος έλεγε πως εξαιτίας της πολλής ζέστης έκαιγε το κλιματιστικό μέρα νύχτα και πως θα πλήρωνε πολλά για το ρεύμα και μία κυρία εύσωμη διαμαρτυρόταν ότι ήταν μούσκεμα  από τον ιδρώτα. Πήγα και σε άλλες παρέες και σχεδόν όλοι διαμαρτύρονταν για την ζέστη.
Στο τέλος συνειδητοποίησα πως δεν ήταν κανείς ευχαριστημένος μαζί μου και μετά από πολλή σκέψη αποφάσισα να παραχωρήσω την θέση μου στα αδέρφια μου. Εκείνα βέβαια προσπάθησαν να με μεταπείσουν και για να με παρηγορήσουν ο Χειμώνας μου είπε πως οι άνθρωποι διαμαρτύρονται και σε εκείνον  όταν κάνει πολύ κρύο και η Άνοιξη και το Φθινόπωρο μου είπαν ότι οι άνθρωποι διαμαρτύρονται γιατί  βρέχουν συνέχεια. Εγώ όμως την απόφασή μου κύριε Κάβουρα την έχω πάρει. Αφού κανείς δεν με θέλει δεν ξαναβγαίνω από δω».
«Έχεις δίκιο που σκέφτεσαι έτσι, του είπε ο Κάβουρας, όμως για να έρθω να σε βρω πάει να πει πως κάποιος σε ψάχνει».
«Αποκλείεται να με ψάχνει κάποιος, αφού σου είπα πήγα παντού και όλοι είχαν παράπονα από μένα», του είπε το Καλοκαίρι.
«Δεν ρώτησες όμως τα παιδιά. Αυτά δεν τα σκέφτεσαι που περίμεναν πως και πώς να τελειώσουν το σχολείο και να αρχίσουν τις διακοπές τους; Αυτά ήρθαν και με παρακάλεσαν να σε βρω και να σου πω να γυρίσεις πίσω. Μου έδωσαν μάλιστα και αμοιβή όλο το χαρτζιλίκι τους που είχαν για παγωτά» του είπε ο Κάβουρας.
«Τα παιδιά, ω ναι τα παιδιά είναι η αδυναμία μου. Χαίρομαι να ακούω τις ανέμελες φωνές τους, να παρακολουθώ τα παιχνίδια τους, να ακούω τα τραγούδια τους», είπε το Καλοκαίρι.
«Γι’ αυτό σου λέω, γύρισε πίσω για χάρη τους». 
«Για τα παιδιά και μόνο για αυτά από αύριο θα είμαι στο πόστο μου» είπε το Καλοκαίρι.
Την άλλη μέρα ο Κάβουρας κάλεσε τα παιδιά, τους είπε πως βρήκε το Καλοκαίρι, πως την άλλη μέρα θα ήταν πίσω στο πόστο του και τους ανέφερε αναλυτικά τα γεγονότα της εξαφάνισή του.
Τα παιδιά κάτι συνομίλησαν μεταξύ τους και ο αρχηγός τους είπε στον Κάβουρα να πει στο Καλοκαίρι πως από αύριο θα ξεκινούσαν και κείνα εκστρατεία ενημέρωσης των γονιών τους, των φίλων και συγγενών για το κακό που κάνουν στο φυσικό περιβάλλον και υποσχέθηκαν πως θα  τους κάνουν να σταματήσουν το καταστροφικό έργο τους.
Ύστερα αφού ευχαρίστησαν τον Κάβουρα έκαναν να φύγουν. «Μια στιγμή, πάρτε και αυτό» τους είπε ο Κάβουρας και τους έδωσε τον κουμπαρά τους.
«Μα αυτό είναι η αμοιβή σου» είπαν τα παιδιά.
«Σας κερνάω τα παγωτά του Καλοκαιριού, άλλωστε και μένα μου έλειπε το Καλοκαίρι και θα  έψαχνα έτσι και αλλιώς από μόνος μου να το βρω» τους είπε ο Κάβουρας.
«Αν είναι έτσι καλά, γιατί χάρες εμείς δεν θέλουμε», του είπαν σοβαρά.
Ο Κάβουρας τους χαμογέλασε και τα παιδιά αφού πήραν τον κουμπαρά  έφυγαν χαρούμενα για να ξεχυθούν στις αλάνες και να χαρούν το Καλοκαίρι!

Τέλος

Υ.Γ. Δυστυχώς τα τραγικά γεγονότα με πρόλαβαν και  το παραμύθι  είναι δραματικά επίκαιρο. Με πόνο ψυχής κάνω την ανάρτηση του τελευταίου μέρος του παραμυθιού. Μακάρι να ήταν η καταστροφική πυρκαγιά  ένα παραμύθι, ένα ψέμα. Όμως δεν είναι. Κάθε χρόνο όλο και κάποια περιοχή θα ζήσει την κόλαση και καθώς είμαι από την Ηλεία που ζήσαμε και εμείς τον ίδιο εφιάλτη καταλαβαίνετε πόσο θλίβομαι όταν βλέπω  κάτι τέτοιο. Αυτή την τραγωδία δεν την χωράει ο νους. Κλαίω!