Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2020

Η Αλφαβήτα πάει Διακοπές



Το κουδούνι του σχολείου κτύπησε για τελευταία φορά και τα παιδιά ξεχύθηκαν με χαρούμενες φωνές στο προαύλιο και από κει στο δρόμο για τα σπίτια τους.

Τα είκοσι τέσσερα γράμματα της Αλφαβήτας έμειναν στην  αίθουσα να κοιτάζουν τα άδεια θρανία και τον μαυροπίνακα που έγραφε «Καλό Καλοκαίρι» με πολύχρωμες κιμωλίες.

«Τώρα τι κάνουμε; Πως θα περάσουν τρεις μήνες μέχρι να γυρίσουν τα παιδιά;», είπαν μερικά απ’ αυτά.

«Έχω μια Ιδέα»,  είπε το Γιώτα. «Να κάνουμε και εμείς κάτι και να μην μείνουμε κλεισμένα εδώ όλο το καλοκαίρι».

«Σαν τι δηλαδή;» αναρωτήθηκαν μερικά γράμματα.

«Να πάμε Διακοπές!» φώναξε το Δέλτα.

«Που;»

«Μα στη Θάλασσα!» είπε όλο ενθουσιασμό το Θήτα.

«Τι περιμένετε λοιπόν, τρέξτε να ετοιμαστείτε! Ραντεβού αύριο εδώ για να ξεκινήσουμε» τους φώναξε η Αλφαβήτα.

Την άλλη μέρα όλα τα γράμματα ήρθαν φορτωμένα και με κάτι.

Το Άλφα είχε φέρει Αντηλιακά και Αναψυκτικά. Το Γάμα Γυαλιά ηλίου για όλους. Το Έψιλον Επιτραπέζια παιχνίδια. Το Ζήτα Ζακετούλες γιατί τα βράδια δίπλα στη θάλασσα θα είχε υγρασία.

Το Ήτα ήρθε κρατώντας κάτι σακουλάκια. «Ηλιόσπορους έφερα για τις ώρες που θα ρεμβάζουμε» τους είπε και έπεσε πολύ γέλιο.

Το Κάπα έφερε Καπέλα, Κουβαδάκια, μία Κιθάρα και έσουρνε ένα Καρότσι γεμάτο Καρπούζια. Το Λάμδα έφερε Λάμπες ηλιακές για να φωτίζουν τα βράδια τους.

Το Μι κατέφτασε με Μαγιό, Μάσκες και Μπάλες για όλους, ενώ το Νι έφερε Νερομπίστολα.

Το Ξι έφερε Ξαπλώστρες και το Όμικρον Ομπρέλες. Το Πι και τι δεν έφερε, από Πέδιλα και Ποδήλατα μέχρι Πετσέτες και Παγάκια.

Το Ρο έφερε Ρακέτες και ένα Ραδιόφωνο με μπαταρίες. Το Σίγμα κουβάλησε Σκηνές, Σωσίβια και Σαγιονάρες. Όσο για το Ταυ έφερε μια μεγάλη Τέντα για να έχουν ίσκιο.

«Ύδωρ, κανείς;» ρώτησε το Ύψιλον και άφησε κάτω τα νερά που κουβαλούσε.
«Εγώ έφερα Φαγητό και την Φυσαρμόνικά μου, για να κάνω ντουέτο με την κιθάρα του Κάπα» είπε το Φι.

Το Χι έφερε Χωνάκια παγωτό.

«Να δω που θα το βάζατε το φαγητό και τα παγωτά αν δεν έφερνα φορητά Ψυγεία» τους είπε το Ψι.

Ξαφνικά άκουσαν ένα θόρυβο. Όλα τα γράμματα κοίταξαν γύρω τους και τότε είδαν ένα σωρό από  Βατραχοπέδιλα δίπλα σε μια φουσκωτή Βάρκα. Την ανασήκωσαν και από κάτω βρήκαν το Βήτα που είχε μπερδευτεί από τα βατραχοπέδιλα που φορούσε στα πόδια του. Έπεσε πολύ γέλιο.

«Ώρα να πηγαίνουμε, αλλά πως θα τα κουβαλήσουμε όλα αυτά;» αναρωτήθηκε το Ωμέγα κοιτάζοντας το ρολόι του.

«Έφερα το τρενάκι μου. Φορτώστε τα πράγματα και πάμε», είπε η Αλφαβήτα καθώς πλησίαζε το Ιώτα. «Εσύ γιατί είσαι έτσι μαζεμένο και δεν είσαι χαρούμενο;» το ρώτησε.

«Να, δεν είχα κάτι να φέρω όπως όλοι οι άλλοι» είπε το Ιώτα μουδιασμένο.

«Για αυτό σκας μικρό μου. Μα εσύ έριξες την Ιδέα για όλο αυτό. Λίγο το έχεις. Εσύ που  μαζί με το Δέλτα  προτείνατε Διακοπές».

«Άντε ανεβείτε όλοι στο τρενάκι. Πάμε για την θάλασσα και που ξέρετε μπορεί εκεί να συναντήσουμε και τα παιδιά» είπε η Αλφαβήτα και ξεκίνησαν με γέλια και τραγούδια.






Άλλη μία σχολική χρονιά τελείωσε.
Καλό Καλοκαίρι και καλές διακοπές σε όλα τα παιδιά.
Φιλάκια!

Υ.Γ. οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους. 



Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Αφύπνιση



Η Μυρτώ καιρό τώρα έβλεπε το ίδιο όνειρο σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ήταν λέει εγκλωβισμένη σ’ ένα μέρος σκοτεινό, με αόρατα εμπόδια γύρω της. Κάπου στο βάθος άκουγε αμυδρά μια μελωδία, που όσο περνούσε η ώρα δυνάμωνε, ώσπου στο τέλος έτρεχε προς τα εκεί και ένα εκτυφλωτικό φως την τύφλωνε.

Αναρωτήθηκε πολλές φορές τι να σήμαινε άραγε. Μήπως το υποσυνείδητο ήθελε να της πει κάτι; Κάτι που είχε καταπιεσμένο εδώ και καιρό;

Και κάπου εκεί άρχισε να κάνει τον απολογισμό της ζωής της. Πλησίαζε τα τριάντα. Είχε παντρευτεί από τα είκοσι, σε εποχή που δεν ήταν στα σχέδια της ο γάμος, αλλά απαίτηση των γονιών της.  Εξυπηρετούσε τα σχέδια τους για επέκταση των επαγγελματικών βλέψεών  τους  στον τομέα που δραστηριοποιείτο ο άντρας της. Καλός άνθρωπος, αρκετά μεγαλύτερος της. Η αλήθεια είναι πως περνούσαν καλά. Δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας που λένε, αλλά είχαν βρει τις ισορροπίες τους. Η οικονομική άνεση δεν τους έλειπε. Απέκτησαν μία κορούλα. Τώρα ήταν μαθήτρια δημοτικού.


Κοίταξε την κορούλα της που διάβαζε τα μαθήματά της και εκεί θυμήθηκε πως και εκείνη ήταν καλή μαθήτρια. Ήθελε να σπουδάσει, να γίνει δασκάλα. Ονειρευόταν  τη στιγμή που θα έμπαινε στην τάξη και θα προσπαθούμε να εμφυτεύσει στους μαθητές της όχι μόνο γνώσεις, αλλά και αρετές, αγάπη για τη φύση, για τον συνάνθρωπο. Θα τους μάθαινε να βάζουν στόχους και να τους πετυχαίνουν, όπως ακριβώς έκανε τώρα με την κόρη της.

Στόχους! Αλήθεια πως ξέχασε τους δικούς της; Κοίταξε γύρω της και συνειδητοποίησε ότι και τώρα δεν ήταν αργά να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα. Ήταν μόλις τριάντα χρονών. Μπορούσε και τώρα!

Έθεσε τους στόχους. Τίποτα  δεν θα άφηνε να μπει εμπόδιο στα όνειρά της. Στο χέρι της ήταν να τα πραγματοποιήσει.
Αυτή τη φορά ήταν σίγουρη πως θα  κατάφερνε να νικήσει  τα αόρατα εμπόδια και να δει εκείνο το φως χωρίς να την τυφλώνει πλέον. 


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στην φωτο-συγγραφική σκυτάλη που διοργανώνει τόσο όμορφα η Μαίρη στη Γήινη ματιά της. 
Την φωτογραφία που είναι στην αρχή της ιστορίας παρέλαβα από την Άννα μαζί με την λέξη υποσυνείδητο που έπρεπε να συμπεριλάβω στο κείμενο.

Με την σειρά μου δίνω την σκυτάλη στη Ρένα με την πιο κάτω φωτογραφία και την λέξη: Αυτάρκης.

Ρένα μου καλή επιτυχία!

Πηγή: tasha-tudor

Να είστε καλά.
Φιλιά!

Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Η αυτοβιογραφία μου




Ανάμεσα στη χώρα του Εδώ και στη χώρα του Εκεί

Γεννήθηκα σε ένα διώροφο σπίτι που στην πίσω αυλή του είχε ένα θεόρατο πλάτανο  και μία πέτρινη βρύση με τρεχούμενο νερό που δρόσιζε τις ρίζες του μέρα νύχτα. Το νερό της έπεφτε σε ένα αυλάκι και από εκεί σto ποταμάκι που ήταν λίγο πιο κάτω.
Κάτω από τον ίσκιο αυτού του πλάτανου άκουσα από τον πατέρα μου τα  πρώτα παραμύθια και βλέποντας τα πλατανόφυλλα κάθε Φθινόπωρο να πέφτουν στο αυλάκι με το νερό,  τα ακολουθούσα στο ταξίδι τους  μέχρι το ποταμάκι και πέρα από αυτό.
Έτσι μια μέρα ακολούθησα  τρία πλατανόφυλλα και έζησα μαζί τους την απόλυτη περιπέτεια που εξελίχτηκε σε ένα βραβευμένο παραμύθι.
Από τότε ζω ανάμεσα σε δύο χώρες στη χώρα του Εδώ που είναι η πραγματικότητα και στη χώρα του Εκεί που είναι η χώρα της φαντασίας.
Στη χώρα του Εκεί γνώρισα καλές νεράιδες και σκανδαλιάρικα ξωτικά, γνώρισα ένα ντετέκτιβ-κάβουρα που εξιχνίασε την δύσκολη υπόθεση του κυρίου Καρπούζι που είχε χάσει τα κουκούτσια του. Εκεί συνάντησα ένα κοχύλι που μου έδωσε να διαβάσω τα απομνημονεύματά του και τα διάβασα  στην ακροθαλασσιά κάτω από τον ίσκιο ενός πεύκου, που μου διηγήθηκε πως είχε ερωτευτεί μια γοργόνα.
Στη χώρα του Εδώ είμαι ένας κανονικός άνθρωπος που νοιάζεται και φροντίζει πολλά πράγματα, που αφουγκράζεται τα προβλήματα, που προσπαθεί να βρει λύσεις αν μπορεί και που αγανακτεί με τα κακώς κείμενα. 
Ενίοτε αυτές οι δύο χώρες είναι σε διαμάχη γιατί συνήθως η χώρα του Εδώ βλάπτει τα πλάσματα της χώρας του Εκεί. Δεν θα ξεχάσω την ημέρα που γνώρισα ένα ζαρκάδι που μαζί με άλλα ζώα είχαν περικυκλώσει ένα εργοστάσιο χημικών γιατί μόλυνε το ποτάμι που έπιναν νερό ή τις αρκούδες που είχαν συλλάβει ένα εμπρηστή και τον καταδίκασαν σε ισόβια αναδάσωση του δάσους που είχε κάψει.  Αμ το Καλοκαίρι που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς πέρσι είχε και αυτό τα δίκια του, άσε που και η Άνοιξη είχε αργήσει μια χρονιά να φανεί για παρόμοιους λόγους.
Στη χώρα του Εδώ έζησα πολλά χρόνια ξεχνώντας σχεδόν την χώρα του Εκεί. Τώρα βρίσκομαι περισσότερο στη χώρα του Εκεί και νομίζω ότι αυτή μου ταιριάζει περισσότερο.

Μια και σήμερα έχω γενέθλια είπα να γράψω μια αυτοβιογραφία.
Ευχαριστώ όλους τους φίλους που μου στείλατε ευχές για την γιορτή μου και φυσικά όσους θα μου ευχηθείτε σήμερα.
Τριήμερος εορτασμός μη σου πω και τετραήμερος φέτος, γιατί αύριο ετοιμάζεται ένα γερό φαγοπότι για συγγενείς και φίλους. Γιόρταζε βλέπετε και το έτερον ήμισυ. 
Όσοι πιστοί προσέλθετε! Ανοιχτά είναι!




Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

Μαθήματα πτήσης





 Η ακακία στην αυλή είναι γεμάτη λευκά άνθη που κρέμονται σαν τσαμπιά από σταφύλια ανάμεσα στα φύλλα της. Σε κάθε φύσημα του αέρα μερικά πέταλα αποσπώνται, αιωρούνται για λίγο και καταλήγουν πάνω στο καταπράσινο γρασίδι χαρίζοντας του λευκές κηλίδες. Ένα σιγανό και μονότονο βουητό ακούγεται. Είναι οι αγριομέλισσες που λεηλατούν την γύρη από τα λευκά ανθάκια. 
Ανάμεσα στα κλαδιά διακρίνεται η φωλιά ενός ζευγαριού κοτσυφιών, μοιάζει με μπολ, πλεγμένη με κλαδάκια και φύλλα. Το αρσενικό κοτσύφι με κατάμαυρο πτέρωμα που γυαλίζει στον πρωινό ήλιο και πορτοκαλί ράμφος έχει αρχίσει ένα γλυκό κελάηδημα. Το θηλυκό με γκριζοκάστανο πτέρωμα και ράμφος στο ίδιο χρώμα μπαινοβγαίνει στη φωλιά. 
Σε λίγο τρία μικρά κεφαλάκια με γκριζωπά πούπουλα ξεπροβάλλουν από τη φωλιά. Το πρώτο  ένα τόσο δα πουλάκι, αφού τέντωσε τα μικρά φτερά του, έκανε ένα πέταγμα και βγήκε από τη φωλιά. Το ίδιο έκανε και το δεύτερο, ενώ το τρίτο ήταν αναποφάσιστο και παρέμεινε στη φωλιά. Ο αρσενικός κότσυφας ήρθε κοντά τους. Με σύντομα τιτιβίσματα τα παρότρυνε να τον ακολουθήσουν με μικρά πετάγματα από κλαδί σε κλαδί. Το τρίτο εξακολουθούσε να είναι αναποφάσιστο. 
Το θηλυκό κοτσύφι μπήκε στη φωλιά και με το κεφαλάκι της έσπρωξε έξω από τη φωλιά το τρίτο κοτσύφι. Εκείνο δειλά δειλά ακολούθησε τα άλλα δυο στα πρωινά μαθήματα πτήσης. 













Σάββατο, 2 Μαΐου 2020

Ανοιξιάτικο πρωινό







Το πρωινό αεράκι σκόρπισε το άρωμά της στο στενό λιθόστρωτο σοκάκι του Παρισιού. Οι νότες από το ακορντεόν του τυφλού πλανόδιου μουσικού ξεχύθηκαν ψηλά. Τα δέντρα ρίγησαν στο πέρασμά της  και οι λιγοστές δροσοσταλίδες της αυγής ήρθαν και κάθισαν σαν διαμαντάκια στο λουλουδάτο φόρεμά της. Το φουλάρι στο λαιμό της χόρευε ανέμελα σε κάθε λίκνισμα του κορμιού  της.
Bonjour madame    την καλημέρισε ο μουσικός και την ακολούθησε για λίγο παίζοντας.
Bonjour monsieur   τον καλημέρισε και εκείνη κάνοντας μια στροφή γύρω από τον εαυτό της καθώς σφυρίγματα θαυμασμού ακούγονταν από τα γύρω μικρομάγαζα.
Η Άνοιξη περνούσε από μπροστά τους.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Ημέρα της Γης 2020


Το παράπονο της Γης

Άνθρωπε κοίτα τον ουρανό
ανάμεσα σε όλα τα φωτεινά αστέρια σε μένα εδόθη
η Εντολή  για να σου χαρίσω τον παράδεισο.
Στολίστηκα με πανύψηλα δασωμένα βουνά
και καταπράσινες κοιλάδες για να σου προσφέρουν  
ανέμελες στιγμές.
Πολύχρωμα λουλούδια δίνουν χρώμα στη ζωή σου
Γλυκόλαλα πουλιά γλυκαίνουν τις ημέρες σου
Ποτάμια με γάργαρα νερά δροσίζουν το κορμί σου
και θάλασσες σε χαϊδεύουν με το κύμα τους.
Παρακάλεσα τον Ήλιο να σου χαρίζει φως, τον αέρα
να σε δροσίζει και το φεγγάρι να φέγγει τα σκοτάδια σου.

Όλα τα άσχημα τα έκρυψα καλά  για να μην τα βρεις
και χάσεις την ευλογία.
Όμως κάποια μάγισσα κακιά θόλωσε το μυαλό σου
και άρχισες να σκάβεις τα σωθικά μου
και βρήκες όλα τα άσκημα που είχα κρυμμένα.
Και έβγαλες τον χρυσό, τα διαμάντια και τα ασήμια
που σου έμαθαν την απληστία.
Και έβγαλες το κατράμι που σου μαύρισε τη ζωή.
Και έβγαλες ατσάλι και έφτιαξες κανόνια.
Και έβγαλες σίδηρο και έφτιαξες κάγκελα.
Και έβγαλες δηλητηριώδη αέρια που σου κόβουν την
αναπνοή.
Και έφτιαξες χημικά που σκορπίζουν θάνατο...
Γιατί; Γιατί;

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

Stranger Trips


Ώρα για κάτι διαφορετικό.
Ώρα για μια τρομακτική ιστορία



Την έχει γράψει ο γιος μου και την αφηγείται μαζί 
με την σύντροφό του.
Εννοείται ότι είναι μία φανταστική ιστορία. 
Όσοι το επιθυμείτε μπορείτε να γραφτείτε στο κανάλι του,
γιατί θα ακολουθήσουν και άλλες παράξενες ιστορίες.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

Τα μαγικά καπέλα των ξωτικών


«Γεια σου μικρούλα μου γιατί κλαις και είσαι λυπημένη; Και γιατί φώλιασες μέσα στην κουφάλα τούτου του δέντρου που οδηγεί στο σπίτι μου;».
«Συγνώμη» ψιθύρισε η μικρή Λένα και κοίταξε γύρω της να δει ποιος της μιλάει, αλλά δεν είδε κανέναν. «Ποιος μου μιλάει;» ρώτησε φοβισμένα.
«Ναι έχεις δίκιο, δεν με βλέπεις… περίμενε να βγάλω το καπέλο μου που με κάνει αόρατο.  Ουπς… τώρα με βλέπεις;». 
Η μικρή Λένα τρόμαξε καθώς είδε μπροστά της ένα μικρό ξωτικό να κάθεται σε μία γωνιά μέσα στην κουφάλα του δέντρου. Ήταν λίγο πιο κοντό από την ίδια, είχε γελαστό προσωπάκι, φορούσε πολύχρωμα ρούχα και κρατούσε στα χέρια του ένα αστείο καπέλο.
«Το καπέλο το φοράμε εγώ και οι φίλοι μου, για να γινόμαστε αόρατοι και να ερχόμαστε όποτε θέλουμε στον κόσμο σας. Μην φοβάσαι» της είπε το μικρό ξωτικό, «εγώ θέλω να γίνουμε φίλοι και να σε βοηθήσω. Θέλω να είσαι χαρούμενη, όλα τα παιδιά θέλω να είναι χαρούμενα».
«Πώς να είμαι χαρούμενη, τα βλέπεις αυτά τα τρία παιδιά που έρχονται προς τα δω; Είναι συμμαθητές μου και δεν με συμπαθούν καθόλου, αντιθέτως με κοροϊδεύουν γιατί έχω λίγο πεταχτά αυτιά, μου παίρνουν το κολατσιό μου στα διαλείμματα, με κτυπούν και με απειλούν πως αν τα πω όλα αυτά στους γονείς μου ή στους δασκάλους μου, θα μου κάνουν χειρότερα. Μακάρι να μπορούσα  να φορέσω και εγώ ένα καπέλο σαν αυτό που φοράς εσύ για να γίνομαι αόρατη. Θα περνούσα απαρατήρητη και θα έβρισκα την ησυχία μου. Ωχ πλησιάζουν… θα με δουν και τότε αλίμονό μου»
«Ησύχασε της είπε το μικρό ξωτικό και ακολούθησέ με, ξέρω κάποιον που μπορεί να μας βοηθήσει» και με μιας τσούλησε σε μια τσουλήθρα στο βάθος του δέντρου και η μικρή Λένα από τον φόβο μην την βρουν οι διώκτες της το ακολούθησε και βρέθηκε σε ένα κόσμο παραμυθένιο.
Ένα καταπράσινο λιβάδι  απλωνόταν μπροστά της κεντημένο με πανέμορφα λουλούδια σε όλα τα χρώματα και με ποικίλες ευωδιές. Μικροσκοπικά σπιτάκια ήταν διάσπαρτα παντού και ένα πλήθος ξωτικών περιφερόταν ανάμεσά τους.
«Λένα καλωσόρισες στον κόσμο μου. Στον κόσμο των ξωτικών και μπορώ να σου πω πως εδώ εμείς περνάμε καλά γιατί  βοηθάμε το ένα το άλλο και δεν σκεφτόμαστε να κάνουμε κακό σε κανένα. Σου αρέσει;»
«Όμορφα είναι! Μπορώ να μείνω εδώ για πάντα;»
«Δεν νομίζω να θέλεις να μείνεις εδώ για πάντα, έχεις τους γονείς σου που σε αγαπούν και θα λυπηθούν πάρα πολύ αν σε χάσουν».
«Έχεις δίκιο, αλλά έτσι θα απαλλασσόμουν από τους τυράννους μου» είπε η μικρή Λένα.
«Έχω λύση… έλα μαζί μου» είπε το ξωτικό και οδήγησε την Λένα σε ένα σπιτάκι στην άκρη του λιβαδιού. Κτύπησαν την πόρτα και αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά τους ένα ηλικιωμένο ξωτικό. Το μικρό ξωτικό του είπε το πρόβλημά της Λένας και του ζήτησαν την γνώμη του.
«Πρώτα πρώτα μικρή μου Λένα, της είπε,  πρέπει να μιλήσεις στους γονείς σου και εκείνοι ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, όσο για αυτά τα παιδιά που σου έχουν κάνει τη ζωή δύσκολη θα τα αναλάβουμε εμείς. Τα καπελάκια που μας κάνουν αόρατα, τι τα έχουμε;».
Η Λένα κάθισε πολλές ώρες μαζί τους, έπαιξε για πρώτη φορά ξένοιαστα ξωτικοπαιχνίδια και έφαγε μπόλικες ξωτικολιχουδιές. Όταν έφυγε το μικρό ξωτικό φόρεσε το καπέλο που το έκανε αόρατο και την ακολούθησε. Θα έμενε μαζί της για όσο χρειαζόταν.
Η Λένα παίρνοντας θάρρος από το μικρό ξωτικό ομολόγησε στους γονείς της το δράμα που περνούσε και εκείνοι με την σειρά τους μίλησαν στους δασκάλους. Όλοι μαζί προσπάθησαν να συνετίσουν τους άτακτους μαθητές, οι οποίοι παρόλα αυτά στα κρυφά συνέχιζαν να κοροϊδεύουν την Λένα. Εκεί πλέον ανέλαβε δράση το μικρό ξωτικό.
Κάθε φορά που έλεγαν κάτι για τα αυτιά της Λένας το ξωτικό, έτσι αόρατο που ήταν, τους τραβούσε τα δικά τους αυτιά λες και ήθελε να τους τα ξεριζώσει. Πονούσαν αλλά όσο και αν κοιτούσαν γύρω τους δεν έβλεπαν ποιος τους τραβούσε τα αυτιά. Κάθε φορά που της έπαιρναν το κολατσιό της, το ξωτικό τους έριχνε μπόλικο πιπέρι που τους έκαιγε την γλώσσα όταν πήγαιναν να το φάνε. Κάθε φορά που πήγαιναν να την κτυπήσουν το ξωτικό τους έβαζε τρικλοποδιά και έπεφταν κάτω. Η Λένα, αλλά και τα άλλα παιδιά βλέποντας όλα αυτά που πάθαιναν οι άτακτοι συμμαθητές τους  γελούσαν με την ψυχή τους.
Έτσι  οι άτακτοι μαθητές όταν είδαν πως έγιναν ο περίγελος του σχολείου κατάλαβαν το λάθος τους και άφησαν ήσυχη την μικρή Λένα η οποία έζησε χαρούμενη και ευτυχισμένη δίπλα στους γονείς της, στους συμμαθητές της και στους φίλους της τα ξωτικά. Πήγαινε μάλιστα αρκετά συχνά στον κόσμο τους για να παίξει μαζί τους.

Η 6η Μαρτίου έχει καθιερωθεί ως παγκόσμια ημέρα κατά της σχολικής βίας και εκφοβισμού. Αυτό το παραμύθι το είχα αναρτήσει και παλαιότερα, αλλά το αναρτώ και σήμερα, γιατί αναφέρεται στον εκφοβισμό στα σχολεία.


Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2020

Ένας μελαχρινός άγγελος που τον λένε Αντιγόνη



Η Κατερίνα και η Αντιγόνη ταξίδευαν εδώ και τρεις ώρες, κατευθυνόμενες προς μία κωμόπολη κάπου στη Πελοπόννησο.
«Μανούλα νομίζεις ότι πήραμε την σωστή απόφαση να το πουλήσουμε;»
«Εμένα καρδούλα μου δεν με δένει τίποτα με αυτό το σπίτι. Δεν έχω και τις καλύτερες αναμνήσεις από αυτό όπως ξέρεις. Τώρα πια είναι δικό σου, η γιαγιά σου το άφησε σε σένα, πούλησέ το να ανοίξεις το δικό σου γραφείο στην Αθήνα και να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα, όπως τα έχεις σχεδιάσει. Σε λίγο φθάνουμε,  σε ένα χιλιόμετρο περίπου θα το δούμε να ξεπροβάλει μπροστά μας». Είχαν ήδη βγει από την εθνική οδό.
Σαν έφτασαν, βγήκαν από το αυτοκίνητο.  Η θέα από το ύψωμα πανέμορφη. Η πόλη από κάτω ήταν πυκνά δομημένη και γύρω της ο απέραντος κάμπος απλωνόταν σαν πολύχρωμο χαλί, στα  δεξιά φαινόταν που και που το ποτάμι  ανάμεσα από τα πλατάνια που φύτρωναν στις όχθες του. Πίσω τους  σε μικρή απόσταση από το σπίτι ο επιβλητικός ορεινός όγκος χιονισμένος ακόμα κατά τόπους.
Πλησίασαν την βαριά σιδερένια καγκελόπορτα και την έσπρωξαν με δυσκολία. Εκείνη  έτριξε με παράπονο. Ένα βουνό πλατανόφυλλα συσσωρεύτηκαν  πίσω της από αυτά που είχαν πέσει από τα δύο πλατάνια της αυλής.  Το σπίτι ήταν στο βάθος του κήπου, κήπος τρόπος του λέγειν αφού ήταν γεμάτος βάτα που είχαν σκαρφαλώσει στις μισοξεραμένες πορτοκαλιές. Ήταν διώροφο, μεγάλο, επιβλητικό με μπαλκόνια σε κάθε δωμάτιο.
«Ουάου! Η εγκατάλειψη σε όλο το μεγαλείο της! αναφώνησε η Αντιγόνη.  Μανούλα πως θα το πουλήσουμε στην κατάσταση που είναι; Θα μας το πάρουν κοψοχρονιά.»
Ανέβηκαν τα λιγοστά σκαλοπάτια. Η Αντιγόνη έβγαλε ένα κλειδί από την τσάντα της και άνοιξε. Μπήκαν και μια μυρωδιά μούχλας και κλεισούρας τις υποδέχτηκε. Μόνιμοι κάτοικοι τώρα πια οι αράχνες και καμιά ντουζίνα περιστέρια που μπαινόβγαιναν από ένα σπασμένο παράθυρο.
Άρχισαν να επιθεωρούν τα δωμάτια βυθισμένες η καθεμιά στις δικές της σκέψεις. Η Κατερίνα προσπαθούσε να μην δείχνει την ταραχή της για χάρη της Αντιγόνης καθώς το παρελθόν της ερχόταν καταπάνω της σαν ορμητικό ποτάμι. Η Αντιγόνη πάλι σκεφτόταν πως η πώληση του σπιτιού που είχε κληρονομήσει από την γιαγιά της, που η μοίρα θέλησε να μην την γνωρίσει ποτέ, δεν θα της έφερνε τα χρήματα που ήθελε για να ανοίξει το δικό της γραφείο σαν αρχιτέκτων-μηχανικός στην Αθήνα.
Η Αντιγόνη άρχισε να μπαινοβγαίνει με φούρια σε όλα τα δωμάτια,  από  το καθιστικό, στην κουζίνα, στην τραπεζαρία ανέβηκε και στο πάνω πάτωμα που ήταν οι κρεβατοκάμαρες και μετά πάλι κάτω. Σε όλα η ίδια εικόνα εγκατάλειψης. Αν είχαν έρθει πιο νωρίς, αμέσως μετά το θάνατο της γιαγιάς, ίσως να μην ήταν τώρα σε αυτό το χάλι.
Η Κατερίνα σιγά-σιγά ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια και μπήκε στο καθιστικό του πάνω ορόφου.  Άρχισε να αγγίζει τα έπιπλα διαγράφοντας δρόμους με τα δάχτυλά της πάνω στη σκόνη.  Πλησίασε στο παράθυρο. Από κάτω είδε την Αντιγόνη να έχει βγει στην αυλή και να κοιτάζει το σπίτι σκεφτική. Με μιας μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς την πόλη.
«Που πας;» της φώναξε αλλά δεν την άκουσε. Ποιος ξέρει τι έβαλε πάλι στο μυαλό της σκέφτηκε, αλλά ότι και αν ήταν ήξερε πως το κοριτσάκι της πάντα έπαιρνε τις σωστές αποφάσεις και την στήριζε.
Η Κατερίνα έμεινε μόνη  με τις αναμνήσεις της. Σαράντα πέντε χρόνια είχε να πατήσει το πόδι της στο πατρικό της. Δεκαοκτώ χρονών ήταν όταν με μια βαλιτσούλα στο χέρι και λίγα χρήματα, οι γονείς της την έστειλαν στην Αθήνα σε μία θεία της, ξαδέρφη της μάνας της, γιατί δεν την σήκωνε άλλο ο τόπος όπως της είπαν. Ήταν έγκυος και το σπουδαιότερο δεν τους έλεγε με ποιον, για να τον αναγκάσουν να αναλάβει τις ευθύνες του. «Φύγε τώρα που δεν φαίνεται η κοιλιά σου και μην γυρίσεις αν δεν το ξεφορτωθείς, τα ακούς; Να μην γυρίσεις! της φώναζαν.
Πλησίασε το άλλο παράθυρο εκεί που ήταν μια στοίβα βιβλία και άρχισε αφηρημένα να τα παίρνει στα χέρια της  ένα- ένα. Μια αράχνη θύμωσε που της χάλασε το ιστό της που με τόση τέχνη είχε φτιάξει πάνω τους. Στη μέση της στοίβας βρήκε το ημερολόγιο της μητέρας της. Ήξερε πως η μητέρα της είχε αυτή τη συνήθεια και απ’ ότι φαίνεται την κράτησε μέχρι το θάνατό της.
Καθάρισε λίγο την σκόνη από τον κόκκινο καναπέ, κάθισε και άρχισε να το ξεφυλλίζει. 

11 Απριλίου 1982
Σήμερα ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Αναγκαστήκαμε να αποχωριστούμε την μοναχοκόρη μας. Έτσι που τα κατάφερε όμως δεν γινόταν αλλιώς. Σε λίγο η εγκυμοσύνη θα φαινόταν και θα γινόμαστε ο περίγελος της κοινωνίας, δεν θα είχαμε πρόσωπο να κυκλοφορήσουμε. Μας ντρόπιασε το παλιοκόριτσο…

12 Μαΐου 1982
Ένας μήνας πέρασε από την ημέρα που η Κατερίνα πήγε στην Αθήνα   και δεν έκανε αυτό της είπαμε, δεν ξεφορτώθηκε το μπάσταρδο και σαν να μην έφτανε αυτό έφυγε και από το σπίτι της ξαδέρφης μου και πήγε να μείνει στο σπίτι μιας φίλης της που γνώρισε στο εργοστάσιο όπου έπιασε δουλειά…
Σαν αστραπή πέρασε  μπροστά από τα μάτια της Κατερίνας η οδυνηρή ανάμνηση. Να πετάγεται από τον ύπνο της και να αντικρίζει από πάνω της τον άντρα της θείας της μισόγυμνο. Του πέταξε ότι βρήκε στο κεφάλι και κατάφερε να του ξεφύγει… Πρωί- πρωί πήρε το βαλιτσάκι της και έφυγε. Ευτυχώς που είχε γνωρίσει την Μαιρούλα, τον φύλακα άγγελό της στα δύσκολα και συγκατοίκησαν. Μεγαλωμένη σε ορφανοτροφείο η Μαιρούλα ήξερε από δυσκολίες.

30 Οκτωβρίου 1982
Την έχασα για πάντα… Ύστερα από τα πικρά λόγια που της είπα στο μαιευτήριο, την έχασα για πάντα… Αν είχε αποδεχτεί το γεγονός να ξεφορτωθεί το μωρό και να το δώσει για υιοθεσία τώρα θα είχαν τελειώσει όλα. Θα είχε γυρίσει κοντά μας και θα συνεχίζαμε τη ζωή μας κανονικά. Έτοιμο το είχα και το προξενιό. Θα παντρευόταν και θα αποκτούσε άλλα νόμιμα παιδιά…

25 Νοεμβρίου 1982
Έχασα τα ίχνη της. Άλλαξε σπίτι και μου μήνυσε να μην την ψάξω και πως έχουμε πεθάνει για κείνη, αφού δεν την δεχόμαστε μαζί με το παιδί της. Είμαι σίγουρη πως θα το μετανιώσει που το κράτησε, όταν θα αρχίσουν τα δύσκολα. Χωρίς έναν άντρα στο πλευρό της πως θα τα καταφέρει…

12 Μαρτίου 1987
Πάνε πέντε χρόνια που  έχω να ακούσω νέα της. Μου λείπει. Πέθανε και ο πατέρας της, δεν ήρθε ούτε στην κηδεία, ούτε στα σαράντα, δεν ξέρω αν το έμαθε βέβαια…

Συνέχισε να ξεφυλλίζει το ημερολόγιο…
30 Σεπτεμβρίου 1989
Σήμερα ο ντετέκτιβ που έβαλα να την βρει μου έφερε καλά νέα. Εντόπισε την Κατερίνα μου και την εγγονή μου. Μένουν κάπου στο Παγκράτι… θα πάω να τις δω και να τους ζητήσω να με συγχωρήσουν...

16 Οκτωβρίου 1989
Της μήνυσα πως θέλω να την δω. Πως μετάνιωσα  για όλα αυτά που της έκανα και της είπα και πως ήθελα να της ζητήσω συγνώμη.  Μου μήνυσε πως δεν ήθελε να με ξαναδεί και πως δεν θα με συγχωρούσε ποτέ.... έχει δίκιο, ίσως νομίζει πως θέλω ακόμα να κάνω κακό στο παιδί… δεν μπορεί να  πιστέψει ότι έχω μετανιώσει πικρά για όλα ...
Δεν μου στάθηκες όταν σε χρειαζόμουν μητέρα, σκέφτηκε η Κατερίνα.  Αν δεν είχα τον φύλακα άγγελό μου την Μαιρούλα, την νονά της κορούλας μου, να κάνει εκείνη την πρωινή βάρδια στο εργοστάσιο και εγώ την απογευματινή για να μην μένει μόνο το κοριτσάκι μου δεν ξέρω πως θα τα κατάφερνα. Ακόμα και σήμερα που έχει την δική της οικογένεια εκείνη μας νοιάζεται.

18 Οκτωβρίου 1989
Αποφάσισα να ανεβαίνω κατά καιρούς στην Αθήνα και να τις βλέπω από μακριά… Σήμερα τις είδα. Είδα την εγγονή μου για πρώτη φορά… τότε στο μαιευτήριο δεν της είχα ρίξει ούτε μία ματιά. Είναι ένα κουκλί. Πόσο θα ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να είχα την δύναμη να συμπαρασταθώ τότε στην Κατερίνα μου, με έφαγε όμως τι θα πει ο κόσμος… Τι δεν θ’ έδινα να νιώσω και εγώ εκείνη τη ζεστή αγκαλιά που έκαναν έξω από την αυλόπορτα του σχολείου...

Γύρισε το ημερολόγιο προς το τέλος
20 Ιουνίου 2…
Σήμερα χαμένη ανάμεσα στο πλήθος μέσα στο αμφιθέατρο της σχολής της την είδα να παίρνει το πτυχίο της… Έλαμπε ολόκληρη όταν το σήκωσε ψηλά και φώναξε στην Κατερίνα μου "μανούλα στο αφιερώνω". Θεέ μου πως τα κατάφερα έτσι, πως έχασα  όλα αυτά από τη ζωή τους. Κατερίνα μου ξέρω πως δεν είμαι άξια να λέγομαι μητέρα, μητέρα είσαι εσύ που στάθηκες βράχος και μεγάλωσες μόνη το παιδί σου, που του έδωσες αγάπη και στοργή, που είχες ανοιχτές τις φτερούγες σου και το προστάτευες από κάθε κακό, που το προστάτεψες ακόμα και από μένα…

30 Αυγούστου 2…
Αύριο θα πάω στον συμβολαιογράφο να  γράψω στην εγγονή μου το σπίτι και ότι άλλο έχω… νιώθω πως το τέλος μου πλησιάζει…

Αχ μωρέ μάνα, ποτέ δεν φαντάστηκα ότι μας παρακολουθούσες από μακριά… ίσως ήρθε η ώρα να σε συγχωρήσω, να λυτρωθείς και εσύ να λυτρωθώ και εγώ…
«Μανούλα σου έχω νέα, μάντεψε. Μανούλα κλαις;» η φωνή της Αντιγόνης την επανέφερε στην πραγματικότητα.  Ημερολόγιο είναι αυτό;»
«Ήταν της γιαγιάς σου. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν παρούσα στη ζωή μας από μακριά. Έστω και αργά κατάλαβε πως το θηρίο που λέγεται ‘‘τι θα πει ο κόσμος’’  την κρατούσε δέσμια και της στέρησε τη χαρά της ζωής… Αλλά εσύ τι ήθελες να μου πεις» τη ρώτησε σκουπίζοντας τα μάτια της.
Κάθισε δίπλα της στον καναπέ.  "Πήρα μια απόφαση και για αυτή έτρεχα από το πρωί, να δω αν γίνεται να υλοποιηθεί, αλλά τώρα που βλέπω πόσο στενοχωρήθηκες που ήρθαμε εδώ, άστο καλύτερα…"
Η Κατερίνα κράτησε στα χέρια της το προσωπάκι της Αντιγόνης και την φίλησε.
«Ότι απόφαση και αν πήρες θέλω να την ακούσω. Το παρελθόν το αφήνουμε πίσω και προχωράμε  μπροστά, στο έχω πει τόσες φορές».
«Ένα πράγμα δεν μου έχεις πει, ποιος είναι ο πατέρας μου, αλλά ξέρω θα μου πεις όταν πρέπει».
«Πλησιάζει η ώρα και για αυτό, όταν σταθείς επαγγελματικά και οικονομικά στα πόδια σου θα σου πω. Στο θέμα μας τώρα.»
«Θέλω να ανακαινίσουμε το κτίριο και να το κάνουμε ξενώνα. Υπάρχουν επιδοτούμενα προγράμματα γι' αυτό. Η περιοχή είναι τουριστικά αναπτυσσόμενη, έχει τουρισμό χειμώνα καλοκαίρι, λόγω του χιονοδρομικού και του φεστιβάλ που γίνεται κάθε καλοκαίρι στο ανοιχτό θέατρο που έφτιαξε ο δήμος. Χώρια τις ορειβατικές ομάδες και τις ομάδες ράφτινγκ κάτω στο ποτάμι».

Στο άκουσμα του θεάτρου ο νους της πήγε σε κείνο τον Χειμώνα του 1982, όταν ο περιδιαβαίνον θίασος που είχε έρθει να ανεβάσει την «Αντιγόνη» στο μικρό θέατρο της πόλης, αποκλείστηκε για μια βδομάδα από τα χιόνια. Αρκετά από τα μέλη του θιάσου τα είχαν φιλοξενήσει εδώ σε τούτο το σπίτι.  Ο έρωτας από την πλευρά της για τον νεαρό που ήταν ένας από αυτούς που πλαισίωναν τον χορό, ήταν κεραυνοβόλος. Ο καρπός του έρωτα εκείνου ήταν η κόρη της η Αντιγόνη. Δεν ξαναβρέθηκε μαζί του ποτέ, δεν του μίλησε ποτέ για το παιδί. Γρήγορα έγινε πρωταγωνιστής, ήταν ταλαντούχος. Διάβαζε πάντα από τα περιοδικά την πορεία του και πως άλλαζε τις συντρόφους του σαν τα πουκάμισα. Στις συνεντεύξεις που έδινε έλεγε πως δεν ήθελε να αποκτήσει οικογένεια. Αυτός ήταν και ένας λόγος που δεν είχε πει ποτέ στην Αντιγόνη ποιος ήταν ο πατέρας της.
«Κίνησα γη και ουρανό και έμαθα για όλα τα επιδοτούμενα προγράμματα για νέες επιχειρήσεις.  Αργότερα αν όλα πάνε καλά θα προσθέσω δίπλα άλλο ένα κτίριο, μην ξεχνάμε πως έχουμε και ένα πτυχίο.  Θα τα καταφέρω και θα κάνω αυτό το μέρος ένα μικρό παράδεισο» έλεγε η Αντιγόνη.
«Θα είμαι μαζί σου σε κάθε σου βήμα κοριτσάκι μου. Προχώρα!» της είπε και της έδωσε ακόμα ένα φιλί.
………………………………………………………………………………………………..
Δυο χρόνια μετά
Ο θίασος Άννας Κόντου και Δημήτρη Φλογκά είχε κατακλύσει το σαλόνι στη ρεσεψιόν του ξενώνα. "Δεν είναι δυνατόν", φώναζε η Κόντου η πρωταγωνίστρια της «Αντιγόνης» που το βράδυ θα ανέβαινε στο υπαίθριο θέατρο της πόλης, "είμαστε ένα τέταρτο εδώ και δεν μας έχετε οδηγήσει στα δωμάτια μας".
Ο Δημήτρης Φλογκάς καθόταν  σε μία πολυθρόνα διαβάζοντας την τοπική εφημερίδα, αδιαφορώντας για τα θηλυκά  του θιάσου που προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή του. Είχαν γκριζάρει πλέον τα άλλοτε κατάμαυρα μαλλιά του, αλλά ήταν ακόμη γοητευτικός.
«Κύριε Φλογκά, έρχεστε πρώτη φορά στη πόλη μας;» τον ρώτησε η Κατερίνα που καθόταν στην διπλανή πολυθρόνα απολαμβάνοντας τον πρωινό καφέ της.
Ο Φλογκάς γύρισε αργά προς το μέρος της. «Όχι έχω ξανάρθει, πριν πολλά χρόνια, ήμουν πρωτοεμφανιζόμενος τότε. Μάλιστα μείναμε εδώ μια βδομάδα  γιατί είχαμε αποκλειστεί από το χιόνι. Φιλοξενηθήκαμε νομίζω σε αυτό εδώ το μέρος. Μόνο που τότε δεν ήταν ξενώνας. Και τι σύμπτωση, είχαμε ανεβάσει και τότε «Αντιγόνη». Την κοίταξε για λίγο επίμονα σαν κάτι να του θύμισε, αλλά γρήγορα η ματιά του γύρισε πάλι στην εφημερίδα του.
Η Κόντου έξαλλη πλέον απαιτούσε  να δει τον διευθυντή του ξενώνα, την στιγμή που η Αντιγόνη έμπαινε αεράτη και με αυτοπεποίθηση στον χώρο.
«Κυρία Κόντου, καλημέρα σας και καλώς ήρθατε, είμαι η Αντιγόνη Βρετού, η ιδιοκτήτρια  του ξενώνα και σας ζητάω συγνώμη για την ολιγόλεπτη ταλαιπωρία σας. Είχαμε αναχώρηση ενός γκρουπ με παιδάκια με ειδικές ανάγκες και χρειάστηκε να τα βοηθήσουμε κατά την επιβίβαση τους στο λεωφορείο. Ξέροντας πόσο ευαίσθητη είστε και εσείς για αυτά τα παιδιά ζητώ την κατανόηση σας. Αυτό το τελευταίο κάλμαρε την πρωταγωνίστρια, καθώς δεν ήθελε να φανεί ότι δεν την αγγίζουν τέτοια θέματα. Παρακαλώ ακολουθείστε τον υπάλληλό μας να σας οδηγήσει στο δωμάτιο σας. Και εσείς κύριε Φλογκά περάστε στη ρεσεψιόν να πάρετε το κλειδί σας. 
Ο Δημήτρης Φλογκάς σήκωσε το βλέμμα του για να δει από που ερχόταν αυτή η ζεστή μα συνάμα  γεμάτη τσαγανό φωνή που κατάφερε να κάνει αρνάκι την Κόντου σε μισό δευτερόλεπτο και αντίκρισε δύο κατάμαυρα μάτια και ένα χείμαρρο κατάμαυρα μαλλιά. Έμεινε άφωνος καθώς αντίκρισε ένα πιστό αντίγραφο δικό του. Την ίδια έκπληξη ένοιωσε και η Αντιγόνη καθώς τον κοίταξε από κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στην μητέρα της ερωτηματικά. Ο Φλογκάς το ακολούθησε και είδε πως είχε εστιάσει πάνω στη γυναίκα που είχε μιλήσει μαζί της πριν λίγο. Και εκεί τα κατάλαβε όλα, εκεί τα θυμήθηκε όλα. 
«Τούτος ο μελαχρινός άγγελος πρέπει να είναι δικός μου» σκέφτηκε.


Η ιστορία αυτή γράφτηκε για την φωτο-συγγραφική σκυτάλη #4 που διοργανώνει
η MaryPertax στο blog της  Γήινη ματιά.
Την σκυτάλη την πήρα από την  Μαρίνα από το blog  Εκεί που ερωτεύομαι τη ζωή
μαζί με την πρώτη φωτογραφία και τη  λέξη που έπρεπε να συμπεριλάβω
που ήταν η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ.
Εγώ με την σειρά μου δίνω την σκυτάλη στην  Μαρία Γ. και  το blog της Φεύγουμε;
μαζί με την παρακάτω φωτογραφία και τη λέξη που πρέπει να συμπεριλάβει που
είναι το  ΤΑΞΙΔΙ.  
Καλή επιτυχία Μαρία!


πηγή:https://gr.pinterest.com/pin/128352658109113528/