Η
ακακία στην αυλή είναι γεμάτη λευκά άνθη που κρέμονται σαν τσαμπιά από σταφύλια
ανάμεσα στα φύλλα της. Σε κάθε φύσημα του αέρα μερικά πέταλα αποσπώνται,
αιωρούνται για λίγο και καταλήγουν πάνω στο καταπράσινο γρασίδι χαρίζοντας του
λευκές κηλίδες. Ένα σιγανό και μονότονο βουητό ακούγεται. Είναι οι
αγριομέλισσες που λεηλατούν την γύρη από τα λευκά ανθάκια.
Ανάμεσα στα κλαδιά
διακρίνεται η φωλιά ενός ζευγαριού κοτσυφιών, μοιάζει με μπολ, πλεγμένη με κλαδάκια και φύλλα. Το
αρσενικό κοτσύφι με κατάμαυρο πτέρωμα που γυαλίζει στον πρωινό ήλιο και
πορτοκαλί ράμφος έχει αρχίσει ένα γλυκό κελάηδημα. Το θηλυκό με γκριζοκάστανο
πτέρωμα και ράμφος στο ίδιο χρώμα μπαινοβγαίνει στη φωλιά.
Σε λίγο τρία μικρά
κεφαλάκια με γκριζωπά πούπουλα ξεπροβάλλουν από τη φωλιά. Το πρώτο ένα τόσο δα πουλάκι, αφού τέντωσε τα μικρά
φτερά του, έκανε ένα πέταγμα και βγήκε από τη φωλιά. Το ίδιο έκανε και το
δεύτερο, ενώ το τρίτο ήταν αναποφάσιστο και παρέμεινε στη φωλιά. Ο αρσενικός
κότσυφας ήρθε κοντά τους. Με σύντομα τιτιβίσματα τα παρότρυνε να τον
ακολουθήσουν με μικρά πετάγματα από κλαδί σε κλαδί. Το τρίτο εξακολουθούσε να
είναι αναποφάσιστο.
Το θηλυκό κοτσύφι μπήκε στη φωλιά και με το κεφαλάκι της
έσπρωξε έξω από τη φωλιά το τρίτο κοτσύφι. Εκείνο δειλά δειλά ακολούθησε τα
άλλα δυο στα πρωινά μαθήματα πτήσης.


