Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Το χρονικό μιας εξαφάνισης

 


Κεντρική ιδέα πλοκής:

"Μια γυναίκα, επισκέπτεται έναν επώνυμο συγγραφέα. Τού κάνει μια ελκυστική πρόταση να της γράψει τη βιογραφία της. Ο συγγραφέας θα την αναζητήσει τις αμέσως επόμενες μέρες για να προχωρήσουν. Η γυναίκα όμως έχει εξαφανιστεί"

Εκείνο το πρωινό της Πέμπτης 28 Μαρτίου 2019 ο διάσημος και πολυβραβευμένος συγγραφέας Αλέξανδρος Ιωάννου έκλεισε τον υπολογιστή του με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Επιτέλους μετά την εξάμηνη απομόνωση στο εξοχικό του, κάπου στην ορεινή Κορινθία, έβαλε τη λέξη "τέλος" σε ένα ακόμη μυθιστόρημά του. Σ' αυτό ειδικά ήθελε να δώσει ένα τέλος που θα έμενε χαραγμένο για πολύ καιρό στη μνήμη του αναγνώστη και τα κατάφερε. 

Έβαλε ένα ποτό και στράφηκε προς το παράθυρο. Το γραφείο του βρισκόταν στην ευρύχωρη σοφίτα του διώροφου σπιτιού του και είχε μια καταπληκτική θέα.  Έβλεπε μπροστά του ένα οροπέδιο και στο βάθος ψηλά βουνά κατάφυτα από έλατα. Στα δεξιά του σε κοντινή απόσταση φαίνονταν τα πρώτα σπίτια του χωριού. Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος αφού δειλά δειλά είχε αρχίσει να λουλουδίζει η φύση, αλλά το κρύο ήταν ακόμη τσουχτερό. Αν και ορκισμένος εργένης του είχε λείψει μια συντροφιά μετά από τόση απομόνωση. Αλλά έτσι έκανε πάντα, δεν ήθελε να ασχολείται με κάτι άλλο μέχρι να βάλει τέλος σ' αυτό που έγραφε. 

Ξαφνικά την προσοχή του απέσπασε ένα τζιπ που κατέβαινε τον ελικοειδή δρόμο της πλαγιάς με κατεύθυνση το χωριό. Απόρησε γιατί δεν είχε ξαναδεί τέτοιο αυτοκίνητο στην περιοχή, όταν μάλιστα το αυτοκίνητο μετά από λίγο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι του, η περιέργειά του κορυφώθηκε. Έχει γούστο να είναι κανένας δημοσιογράφος σκέφτηκε, θα τον έστελνε απ' εκεί που ήρθε. 

Η έκπληξή του ήταν μεγάλη όταν η πόρτα του οδηγού άνοιξε και μία κομψή κυρία ακαθορίστου ηλικίας κατέβηκε με αργές κινήσεις. Πήρε την τσάντα της από το πίσω κάθισμα και έριξε μία γούνα στους ώμους της. Ύστερα κατευθύνθηκε προς το κουδούνι της καγκελόπορτας του κήπου και το κτύπησε. Ο Ιωάννου πάτησε το κουμπί για να ανοίξει και κατέβηκε την σκάλα για να την υποδεχθεί. Άνοιξε την πόρτα ενώ εκείνη ήταν στα μισά του μονοπατιού που οδηγούσε στο σπίτι. 

Την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η διάσημη πρωταγωνίστρια του θεάτρου Σόνια Μελά. Ήταν μια γυναίκα που την θαύμαζε για το ταλέντο της και για το ήθος της. Ποτέ δεν είχε τύχει όμως να την γνωρίσει προσωπικά αν και είχε δει πολλές από τις παραστάσεις που πρωταγωνιστούσε.

-Εσείς εδώ; εξέφρασε την απορία του όταν πλησίασε και της έτεινε το χέρι σε μια ζεστή χειραψία.

-Αφού είστε ακριβοθώρητος κύριε Ιωάννου, αναγκάστηκα να έρθω ως εδώ...

Μπήκαν στο εσωτερικό του σπιτιού, πήρε το παλτό της και την πέρασε στο σαλόνι.

-Θα προτιμούσα να καθίσουμε στον χώρο που γράφετε, έχετε αντίρρηση;

-Καθόλου, ακολουθήστε με στη σοφίτα, της είπε καθώς άρχισε να ανεβαίνει την σκάλα.

Όταν έφτασαν η Μελά περιεργάστηκε λίγο το χώρο και μετά κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο του. Ήταν υπέροχη μέσα στο στενό μαύρο φόρεμά της. Το μακιγιάζ της άψογο. Τα μαλλιά της στο χρώμα του μελιού τα είχε πιασμένα επιμελώς ατημέλητα χαμηλά στον αυχένα. Η όλη της παρουσία πρόδιδε την όμορφη γυναίκα που ήταν στα νιάτα της αν και ο χρόνος δεν είχε αφήσει εμφανή σημάδια, φαινόταν πολύ νεότερη από την ηλικία της.

-Θα πιείτε κάτι; τη ρώτησε.

-Ότι και σεις, του είπε και του έδειξε το ποτήρι του που είχε αφήσει προηγουμένως πάνω στο γραφείο ο ίδιος. 

-Ασφαλώς θα απορείτε γιατί βρίσκομαι εδώ, συνέχισε μετά από μια σύντομη σιωπή.

-Ομολογώ πως ναι, της είπε καθώς της πρόσφερε το ποτήρι με το ποτό.

-Κύριε Ιωάννου, ξέρω πως είστε ένα καταξιωμένος συγγραφέας από τους πιο γνωστούς στη χώρα μας και όχι μόνο. Πέραν αυτού είστε  ένας άνθρωπος με ήθος και παρόλο το νεαρό της ηλικίας σας, δεν περιφέρεστε άσκοπα στους κοσμικούς κύκλους και δίνετε συνεντεύξεις σπάνια και μόνο για να μιλήσετε για την δουλειά σας. Σ' αυτό ταιριάζουμε και γι' αυτό σας διάλεξα.

-Με διαλέξατε για ποιο πράγμα; Και μιας και αναφερθήκατε στο νεαρό της ηλικίας μου θα ήθελα να μου μιλάτε στον ενικό παρακαλώ.

-Κάνε και εσύ το ίδιο για να μην αισθάνομαι ότι είμαι μεγάλη, του είπε χαμογελώντας. Θα μπω λοιπόν κατευθείαν στο θέμα. Θέλω να μου γράψεις την βιογραφία μου.

-Μου αρέσει η ιδέα, αλλά νομίζω είστε... είσαι θέλω να πω, αρκετά νέα για κάτι τέτοιο. Έχεις τουλάχιστον είκοσι χρόνια ακόμη να προσφέρεις στο θέατρο. Γιατί να στερήσουμε από τους θαυμαστές σου  την υπόλοιπη καριέρα σου.

- Υπάρχει λόγος. Ξέρεις από μικρή κρατούσα ημερολόγιο που έγραφα τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωή μου, αλλά και τους στόχους και τα όνειρά μου. Αυτή τη συνήθεια την κρατώ μέχρι και σήμερα. Η ζωή μου είναι λίγο πολύ  γνωστή από τη στιγμή που είμαι χρόνια πρωταγωνίστρια του θεάτρου, αλλά υπάρχουν και γεγονότα που συνέβησαν στην αρχή της καριέρας μου που τα κράτησα κρυφά ως τώρα. Μου συνέβη κάτι τότε που με έκανε να απαρνηθώ την μεγάλη μου αγάπη τον κινηματογράφο και να στραφώ αποκλειστικά και μόνο στο θέατρο. Αυτά τα γεγονότα θέλω τώρα να γίνουν γνωστά για να κατέβει από το βάθρο του κάποιος που ευθύνεται γι' αυτό και που θεωρείται ευυπόληπτος, ενώ στην πραγματικότητα είναι παλιάνθρωπος. Ξέρω ότι το αδίκημά του έχει παραγραφεί, αλλά αποφάσισα να μιλήσω μέσω της βιογραφίας μου, γιατί τώρα αυτός ο άνθρωπος διεκδικεί την ψήφο μας για το βουλευτικό αξίωμα. Μιλάω με γρίφους ε, αλλά αν συμφωνήσουμε θα σας πω λεπτομέρειες και θα σας παραδώσω τα ημερολόγια. 

-Θα το κάνω με μεγάλη μου χαρά. Μόλις τελείωσα το μυθιστόρημα που έγραφα και δεν έχω άλλη υποχρέωση.

-Ωραία γιατί θα ήθελα να ξεκινήσουμε άμεσα, του είπε. 

-Τι θα λέγατε λοιπόν να συναντηθούμε στην Αθήνα το Σάββατο. Έχω γύρω στις δέκα το πρωί ραντεβού με τον εκδότη μου και μετά θα είμαι στη διάθεσή σου.

-Να συναντηθούμε καλύτερα την Δευτέρα; Το Σάββατο θα ήθελα να ξεκουραστώ γιατί την Κυριακή πρέπει να παραστώ σε μια εκδήλωση που οργάνωσε το Υπουργείο Πολιτισμού προς τιμή μου για την μέχρι τώρα προσφορά μου στο θέατρο, οπότε είμαι υποχρεωμένη να πάω. Θα περιμένω τηλεφώνημα σου  την Δευτέρα, του είπε και του έδωσε την κάρτα της.

Δευτέρα πρωί 1 Απριλίου 2019

Ο Ιωάννου πήγε στην κουζίνα να φτιάξει τον πρώτο καφέ της ημέρας. Βρισκόταν στην Αθήνα από το Σάββατο. Στο καθιστικό η τηλεόραση έπαιζε, πιθανότατα την είχε ξεχάσει ανοιχτή  από χθες το βράδυ. Στα αυτιά του έφτασε το όνομα της Σόνιας Μελά και η λέξη "σκάνδαλο". Πήρε τον καφέ του και πήγε στο καθιστικό. Η τηλεόραση έγραφε σαν τίτλο στο κάτω μέρος: "Τρομερό σκάνδαλο η ηθοποιός Σόνια Μελά σνόμπαρε την Υπουργό Πολιτισμού και δεν παρέστη στην εκδήλωση που είχε διοργανωθεί προς τιμήν της". Ούτε παρέστη κάποιος εκπρόσωπός της, έλεγε  τώρα η παρουσιάστρια, ούτε ενημέρωσε ότι της έτυχε κάτι.

Περίεργο σκέφτηκε ο Ιωάννου, αφού μου είπε πως θα πήγαινε στην εκδήλωση. Τι είναι πάλι αυτό; Πρωταπριλιάτικο ψέμα; Άρχισε να κάνει ζάπινγκ προκειμένου να μάθει κάτι παραπάνω. 

Τα πρωινάδικα  είχαν πάρει φωτιά. Οι μισές εκπομπές απορούσαν για το συμβάν και τόνιζαν ότι δεν ήταν του χαρακτήρα της μία τέτοια συμπεριφορά  και οι άλλες μισές την παρουσίαζαν σαν σνομπ, που αποφεύγει τους δημοσιογράφους, που δεν δίνει συνεντεύξεις παρά μόνο όταν είναι να μιλήσει για τη δουλειά της -λες και αυτό είναι κακό- και ότι δεν κυκλοφορεί στα κοσμικά σαλόνια και άλλα πολλά.

Ο Ιωάννου αναζήτησε  την κάρτα της και την πήρε τηλέφωνο..."το τηλέφωνο του συνδρομητή είναι απενεργοποιημένο" έλαβε ως απάντηση. Συνέχισε να την παίρνει κάθε μία ώρα... αλλά τίποτα.

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Την Τρίτη ο Ιωάννου είχε ραντεβού με τον εκδότη του για να του δείξει κάποια προσχέδια για το εξώφυλλο του βιβλίου του και μετά συναντήθηκε στο Μοναστηράκι για μεσημεριανό με τους γονείς που είχε καιρό να τους δει, εξαιτίας της απομόνωσής του για την συγγραφή του βιβλίου του. Όταν έφτασε στο  σπίτι του, ήταν αργά το απόγευμα. Αμέσως πρόσεξε ότι η  κλειδαριά  παρουσίαζε ίχνη διάρρηξης. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν. Το σπίτι ήταν άνω κάτω, κυρίως το γραφείο του. Τα βιβλία της βιβλιοθήκης ήταν σκόρπια παντού. Με μια πρώτη ματιά δεν έλειπε κάποιο αντικείμενο αξίας από το σπίτι, μάλιστα λίγα χρήματα που είχε στο συρτάρι του κομοδίνου της κρεβατοκάμαράς του ήταν εκεί, αν και το συρτάρι  βρισκόταν πεταμένο στο πάτωμα. 

Μα τι στο καλό έψαχναν, αναρωτήθηκε.  Υπέθεσε πως έψαχναν το στικάκι με το καινούργιο μυθιστόρημά του για να το διαρρεύσουν στον τύπο, αφού ο εκδοτικός οίκος είχε ανακοινώσει ότι θα εκδοθεί καινούργιο βιβλίο του, χωρίς όμως να δώσει περισσότερες πληροφορίες. 

Αφού δεν είχαν κλέψει τίποτα δεν ειδοποίησε την αστυνομία, αλλά δεν μπορούσε και να μείνει για να  τακτοποιήσει τα πράγματα στη θέση τους. Πνιγόταν! Τα άφησε όπως ήταν για αργότερα και πήγε μια βόλτα με το αμάξι να πάρει αέρα. Ήθελε να ηρεμήσει μετά το σοκ που έπαθε και που αλλού θα ηρεμούσε εκτός από το εξοχικό του.

Έτσι κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Όταν έφτασε καινούργιο σοκ τον περίμενε. Το εξοχικό του βρισκόταν στα ίδια χάλια με το σπίτι του στην Αθήνα. Είχε γίνει διάρρηξη, το γραφείο του στη σοφίτα ήταν σαν βομβαρδισμένο, αλλά και  από εδώ δεν έλειπε τίποτα. Μυστήριο σκέφτηκε!

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

Η Σόνια Μελά είναι για τέταρτη ημέρα εξαφανισμένη ανέφεραν τα πρωινάδικα που συνέχιζαν στο ίδιο μοτίβο. Τώρα είχαν στηθεί και τηλεοπτικά συνεργεία έξω από την πολυκατοικία που έμενε και έβγαζαν στον αέρα κατοίκους της γειτονιάς να πουν αν την είχαν δει τις τελευταίες ημέρες. Οι περισσότεροι υπέθεταν πως είχε πάει ταξίδι.

Ο Ιωάννου συνέχισε να την παίρνει τηλέφωνο, αλλά δεν απαντούσε. Αναλογιζόταν  τι σήμαινε η εξαφάνισή της και δεν μπορούσε να δώσει κάποια λογική εξήγηση. Ίσως να πήγε κάποιο ταξίδι τελικά. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε το κουδούνι της εξώπορτας. Πήγε να ανοίξει και μπροστά του ήταν ο ταχυδρόμος που του έφερε ένα δέμα. Υπέγραψε την παραλαβή και κοίταξε τον αποστολέα. Το δέμα ήταν από την Σόνια Μελά και η ημερομηνία αποστολής ήταν η επομένη της συνάντησής τους.

Αμέσως μπήκε στο σπίτι και άνοιξε το δέμα με γρήγορες κινήσεις. Μέσα είχε τα ημερολόγια της και πάνω πάνω ένα γράμμα. Το άνοιξε και διάβασε με την περιέργεια διάχυτη στο πρόσωπό του.

Αλέξανδρε

Σου στέλνω τα ημερολόγια γιατί υποψιάζομαι ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να μου συμβεί κάτι κακό. Τα δύο πρώτα αφορούν τα ευτυχισμένα παιδικά μου χρόνια δίπλα στους γονείς μου. Δώσε βάση στο τρίτο ημερολόγιο. Αφορά την εποχή που ήμουν μαθήτρια στη δραματική σχολή. 

Δυστυχώς εμπιστεύτηκα την απόφασή μου να σου αναθέσω την συγγραφή της βιογραφίας μου σε πρόσωπο που θεωρούσα φίλο μου και από κείνη την ώρα έχουν αρχίσει ανώνυμα απειλητικά τηλεφωνήματα για να ακυρώσω τη συγγραφή. Φαίνεται ότι ο φίλος μου το συζήτησε στις παρέες του και έτσι έφτασε και στα αυτιά του συγκεκριμένου προσώπου που αναφέρεται στο ημερολόγιο. Δεν στο είπα στη συνάντησή μας γιατί φοβήθηκα πως δεν θα την αναλάμβανες. Όμως είμαι αποφασισμένη να το κάνω. Ελπίζω και συ.

                                                                                                                      Σόνια

Ο Ιωάννου κάθισε στο γραφείο του και άρχισε να διαβάζει τα ημερολόγια. Όταν σχημάτισε μια εικόνα κατάλαβε ότι τα ημερολόγια τελικά ήταν αυτά που έψαχναν οι διαρρήχτες στα σπίτια του και διαπίστωσε ότι ίσως η ζωή της  Σόνιας Μελά  βρισκόταν σε κίνδυνο. Αμέσως κάλεσε στο τηλέφωνο τον φίλο του γενικό επιθεωρητή της ασφάλειας Αθηνών και όρισαν ραντεβού για την επομένη.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Ο Ιωάννου συναντήθηκε την επομένη με τον επιθεωρητή και του έδειξε το ημερολόγιο που έκανε αναφορά στο βιασμό της Μελά όταν ήταν ακόμη μαθήτρια στη δραματική σχολή  από έναν καθηγητή της νεαρό τότε, γνωστό σκηνοθέτη και τώρα  υποψήφιο βουλευτή στις ερχόμενες εκλογές. Σε ένα σημείο έγραφε συγκεκριμένα:

... Με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε πως επειδή ήμουν η καλύτερη μαθήτριά του θα μου έδινε ουσιαστικό ρόλο στην καινούργια του ταινία. Καταλαβαίνετε τον ενθουσιασμό μου. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν, αλλά μετά από κάποιες σκηνές ο ρόλος μου απαιτούσε κάποια ερωτική σκηνή με έναν ηθοποιό. Οι οδηγίες που μου έδωσε έδειχναν ανάρμοστες στάσεις λες και  έπαιζα σε ταινία πορνό. Αρνήθηκα να συμμετάσχω. Το γύρισμα για κείνη την ημέρα σταμάτησε, οι άλλοι ηθοποιοί  και το συνεργείο έφυγαν και μένα μου είπε να περιμένω για να συζητήσουμε τις αλλαγές... Με οδήγησε στο γραφείο του και εκεί με βίασε...

Στη συνέχεια περιέγραφε την ψυχική της κατάσταση μετά το συμβάν και τον εκβιασμό που της έκανε σε περίπτωση που σκεφτόταν να τον καταγγείλει.

Ο επιθεωρητής αμέσως διέταξε μυστική έρευνα γιατί όλα έδειχναν πως η εξαφάνιση της Μελά είχε σχέση με το περιεχόμενο του ημερολογίου, όπως και η διάρρηξη στα σπίτια του Ιωάννου. Για αρχή πήγαν στο σπίτι της.  Η εξώπορτα του διαμερίσματος δεν είχε ίχνη παραβίασης. Την άνοιξαν με αγωνία και με  φόβο μήπως την έβρισκαν νεκρή. Το σπίτι ήταν ανάστατο, είχε γίνει και εδώ  διάρρηξη, πιθανότατα είχε ανοίξει η ίδια στους διαρρήχτες, χωρίς να υποψιάζεται κάτι κακό. Έψαξαν όλα τα δωμάτια μήπως την εντοπίσουν, όμως δεν την βρήκαν. Στο στόχαστρο πλέον μπήκε ο γνωστός σκηνοθέτης.  Άρχισαν να τον παρακολουθούν διακριτικά.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

Ο σκηνοθέτης οδηγούσε το μεγάλο κυβισμού αυτοκίνητό του εκτός Αθηνών. Από κοντά η διακριτική παρακολούθηση της αστυνομίας. Μετά από μία ώρα παρακολούθησης κατάλαβαν πως κατευθυνόταν σε ένα χωριό της Βοιωτίας όπου κατά πληροφορίες ήταν το πατρικό του σπίτι. 

Η Σόνια Μελά βρέθηκε εκεί αφυδατωμένη και κτυπημένη στο πρόσωπο και στο σώμα όπως έδειχναν τα σημάδια, φρουρούμενη από δύο μπράβους του σκηνοθέτη, ο οποίος πιάστηκε επ' αυτοφώρω την ώρα που είχε αρπάξει από τα μαλλιά την ηθοποιό και της είχε βάλει ένα πιστόλι στον κρόταφο. Η σύλληψή του ήταν άμεση.

Η Μελά οδηγήθηκε στο νοσοκομείο. Αργότερα τους εξήγησε πως ο σκηνοθέτης αλλά και  οι μπράβοι του  την ρωτούσαν συνέχεια που είχε κρύψει τα ημερολόγια. Δεν τους έλεγε και αυτό ήταν που την κράτησε στη ζωή.

Σάββατο 6 Απριλίου

Ο σκηνοθέτης και υποψήφιος βουλευτής  οδηγήθηκε στις φυλακές. Μπορεί το αδίκημα του βιασμού να είχε παραγραφεί, τώρα όμως τον βάραινε το αδίκημα της απαγωγής, της πρόκλησης σωματικής βλάβης και απόπειρας δολοφονίας της ηθοποιού.

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Κυριακή πρωί ο Αλέξανδρος Ιωάννου κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι επισκέφτηκε την Σόνια Μελά στο νοσοκομείο. Ήταν ακόμη εμφανώς ταλαιπωρημένη, αλλά το όμορφο χαμόγελό της όταν τον είδε έλαμψε στο πρόσωπό της. 

-Αλέξανδρε σ' ευχαριστώ πολύ. Μου έσωσες τη ζωή.

-Θέλω να μου κάνεις μια χάρη, της είπε, να βγεις γρήγορα απ' εδώ και να γράψουμε εκείνη την βιογραφία που λέγαμε.

-Παίρνω εξιτήριο αύριο. Όσο για την βιογραφία την ξεχνάμε, εκείνο που ήθελα έγινε. Η δικαιοσύνη έχει τώρα το λόγο. Ωστόσο εσύ μπορείς να ξεκινήσεις  το καινούργιο σου μυθιστόρημα βάζοντάς του και λίγη εσάνς από Σόνια Μελά.

Της έπιασε το χέρι και το φίλησε απαλά.

-Τιμή μου που σε γνώρισα. Δεν θέλω να χάσω την φιλία σου τώρα πια και σου υπόσχομαι πως στο επόμενο μυθιστόρημά μου η πρωταγωνίστρια θα έχει πολύ από  την εσάνς της Σόνιας Μελά. 

Τέλος

Το παρόν διήγημα είναι προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα. 

Είναι δε η συμμετοχή μου στο νέο συγγραφικό δρώμενο : "Μια ιδέα-μια έμπνευση" που οργανώνει ο Γιάννης στο blog του το idipoton στην κατηγορία "Μυστήριο". 

Για να είναι όλες οι συμμετοχές συγκεντρωμένες ο Γιάννης δημιούργησε μία βιβλιοθήκη όπου εκεί μπορείτε να διαβάσετε όλες τις συμμετοχές.







  



Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

Το μονοπάτι της ζωής



Δυο παιδιά, άγουροι ανθοί,

στέκονται στο μονοπάτι της ζωής μπροστά.

Με ελπίδας χρώματα τους το στόλισε η αυγή,

με φως το έλουσε ο ήλιος.

Άραγε με τι χρώματα θα το βάψουν

εκείνα στην πορεία;

Αχ ας συνεχίσουν ρόδινα όπως στα παραμύθια

και οι κακές οι μάγισσες να μην τα συναντήσουν.


Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν με αφορμή τη ζωγραφιά και ένα παιχνίδι που ξεκίνησε εδώ:  https://www.facebook.com/photo?fbid=10228032654355113&set=a.10201219933733855

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

25 λέξεις #15

 Η εικόνα εμπνέει 


Ντύθηκε με πορφυρά πέπλα η ζωή

και μας πλάνεψε.

Κανείς δεν μας προειδοποίησε

για τις αποχρώσεις του μαύρου 

που θα ακολουθούσαν.




Αυτή ήταν η συμμετοχή μου  στο ωραίο δρώμενο της Μαρίας #25 λέξεις 
που παρουσιάζει στο blog της Το κείμενο
Εκεί μπορείτε να διαβάσετε δεκατρία υπέροχα ολιγόλεκτα.
Ευχαριστώ όλους όσους τίμησαν τη δική μου συμμετοχή  με την ψήφο τους. 


Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Τι ζήτησε ο Χιονάνθρωπος απ' τον Γενάρη

 


-Αγαπημένε μου Γενάρη μπορείς να μου κάνεις μια χάρη; ρώτησε ο Χιονάνθρωπος.

-Φυσικά, ό,τι θέλεις.

-Θέλω σε παρακαλώ τώρα που θα αρχίσουν οι Αλκυονίδες ημέρες σου να με προστατεύσεις από τις ηλιαχτίδες. Δεν θέλω να λιώσω και όταν με το καλό τελειώσει η θητεία σου και φύγεις για το παγωμένο βασίλειό σου να με πάρεις μαζί σου  και εγώ για αντάλλαγμα θα σου κρατώ συντροφιά.

-Έχεις τον λόγο μου, θα σε προστατεύσω απ' τον ήλιο όσο διαρκούν οι Αλκυονίδες ημέρες, αλλά γιατί δεν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα εδώ. Οι μέρες του αδερφού μου του Φλεβάρη που θα έρθει μετά από μένα είναι παγωμένες σαν τις δικές μου και που ξέρεις ίσως έρθουν πάλι τα παιδιά που σ' έφτιαξαν να παίξουν μαζί σου. 

-Μπα, δεν το ρισκάρω. Δεν έχεις ακούσει την παροιμία που λέει: "Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει;" Όσο για τα παιδιά μου είπαν πως δεν μπορούν να ξανάρθουν γιατί πάνε σχολείο και έχουν διάβασμα. Θα τα θυμάμαι όμως πάντα με αγάπη, είπε ο χιονάνθρωπος και χάιδεψε το κασκόλ που είχε στο λαιμό του. Να τολμήσω να ζητήσω και κάτι ακόμη;

-Για λέγε, είπε ο Γενάρης.

-Κοιτάζω την ανθισμένη αμυγδαλιά εκεί πέρα και θέλω να σου ζητήσω να μην στείλεις τους βοριάδες σου και τις σκορπίσουν τα άνθη, είναι τόσο όμορφη.

-Άντε με πέτυχες στις καλές μου, θα σου κάνω όλα τα χατίρια και μετά θα σε πάρω μαζί μου. Θα κάνουμε καλή παρέα.

Ανταποκρίθηκα σ' άλλη μία πρόσκληση της αλατοπαρέας .






Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

Το Φουντωτό έλατο

 



Το "φουντωτό έλατο" είναι ένα παραμύθι που περιλαμβάνεται  στο 

συλλογικό βιβλίο " Μικρά και Χριστουγεννιάτικα" των εκδόσεων 

"Αλάτι".

 Τελικά είναι πολύ όμορφο να βλέπω ένα από τα παραμύθια μου τυπωμένο

και να φαντάζομαι πως κάποια παιδικά ματάκια το διαβάζουν.



Καλές γιορτές φίλοι μου!



Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Ένα αλλιώτικο Χριστουγεννιάτικο δέντρο

 



-Άλυ κοίτα τι σου έφερα, φώναξε ο Αρκούδος στη γυναίκα του. Ένα έλατο, το βρήκα στο δάσος σπασμένο από το βάρος του χιονιού. Τι λες το στολίζουμε για τα Χριστούγεννα;
-Ωραία ιδέα, αλλά που θα βρούμε στολίδια;
-Αυτό αφήστε το σε μένα, τους είπε ένας Κόκκινος Καρδινάλιος  που πετάχτηκε μέσα από τα κλαδιά. Βλέπετε πριν σπάσει το έλατο εκεί είχε τη φωλιά του.
Πέταξε  γρήγορα μακριά και σε λίγο γύρισε με ένα σμήνος πουλιών. Κοκκινολαίμηδες, πέρδικες, γαρδέλια, αηδόνια ήρθαν και κάθισαν στα κλαδάκια και το έλατο γέμισε όχι μόνο με χρώματα από τα φτερά των πουλιών, αλλά και με ήχους.
Ο Κόκκινος Καρδινάλιος κάνοντας τον μαέστρο προσπάθησε να συντονίσει τα τιτιβίσματα των πουλιών και η Άλυ έτρεξε να τους φέρει σποράκια.
Σε λίγο όλα μαζί τραγουδούσαν: "Ω έλατο, ω έλατο, μ' αρέσεις, πως μ΄ αρέσεις..."
Εκείνη τη στιγμή τρία αγουροξυπνημένα αρκουδάκια έκαναν την εμφάνισή τους. Είδαν το στολισμένο έλατο δίπλα στο αναμμένο τζάκι και δεν πίστευαν τα μάτια τους.
-Μαμά, μπαμπά ήρθαν τα Χριστούγεννα;
-Ναι μωρά μου! Ελάτε να πλυθείτε και να φάτε το μέλι σας.
Αφού έφαγαν τα αρκουδάκια φώλιασαν στην αγκαλιά των γονιών τους και απόλαυσαν τα πουλιά που τώρα κελαηδούσαν  το "Χριστός γεννάται σήμερον..."

Υ.Γ Η μικρή αυτή ιστορία των 200 λέξεων η οποία βασίστηκε στην παραπάνω εικόνα γράφτηκε μετά από πρόσκληση της συντονίστριας της αλατοπαρέας (ομάδας του εργαστηρίου συγγραφής των εκδόσεων αλάτι). Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τις υπόλοιπες ιστορίες της παρέας.

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2023

Το πέταγμα των γλάρων

 


Η Άννα έπινε το καφεδάκι της στην αυλή του πατρικού της σπιτιού μαζί με τους γονείς της.

Μια μελαγχολία την είχε κυριεύσει. Κοίταξε γύρω της. Η θάλασσα αργοσάλευε λίγα μέτρα μπροστά τους, χαϊδεύοντας τα μικρά βραχάκια της ακτής.  Τα γλαροπούλια και οι πελεκάνοι ήταν τα μόνα που απολάμβαναν τη δροσιά της τούτη την εποχή. Είχε φθινοπωριάσει για τα καλά.

-Ξέρω τι σκέφτεσαι, της είπε ο πατέρας της, όμως θα έπρεπε να είσαι χαρούμενη. Πέρασες στη σχολή που ήθελες και από αύριο σαν φοιτήτρια πλέον θα αρχίσεις να υλοποιείς τα όνειρά σου.

-Είμαι χαρούμενη πατέρα , αλλά θα μου λείψει τούτη η θάλασσα, θα μου λείψετε εσύ και μαμά και περισσότερο εσύ που σε λίγες μέρες θα μπαρκάρεις ξανά και θα κάνουμε χρόνο να σε δούμε.

-Αννούλα μου τους βλέπεις εκεί τους δυο πελεκάνους, πως έχει απλώσει ο ένας την φτερούγα του σαν να προστατεύει τον άλλο, έτσι σε είχαμε και εμείς ως τώρα. Όμως ό,τι ήταν να σου δώσουμε εμείς το έχεις ήδη στο μυαλό και στην καρδιά σου. Γνώσεις, ιδανικά και απέραντη αγάπη. Τώρα ήρθε η ώρα να πετάξεις, να σαν τους γλάρους. Να ανοίξεις τα φτερά σου και να κατακτήσεις τα όνειρά σου. Και να θυμάσαι  πως τούτη εδώ η γωνιά θα είναι η φωλιά σου, το καταφύγιό σου και πως εδώ  μια ζεστή αγκαλιά θα σε περιμένει. Πήγαινε λοιπόν να ετοιμαστείς και να θυμάσαι αυτό που λέγαμε πάντα:

-Ξέρω, ξέρω...

"Δώσε σ' αυτούς που αγαπάς φτερά για να πετάξουν

Ρίζες για να επιστρέψουν

και λόγους για να μείνουν", είπε η Άννα.

-Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό. Μην  ξεχάσεις την αγκαλιά που θα σε περιμένει εδώ όταν θα αισθανθείς μια τέτοια ανάγκη. Μου το υπόσχεσαι;

-Ναι μπαμπά μου, του είπε και δίνοντάς τους από ένα φιλί έτρεξε για να ετοιμάσει την βαλίτσα της για το αυριανό ταξίδι.

                                                                  ...

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε σ' ένα επιπλωμένο δυαράκι που ήταν κοντά στη σχολή της. Πήγε στη σχολή ενθουσιασμένη, είδε το πρόγραμμά της και άρχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα. Από τις πρώτες μέρες προσπάθησε να πιάσει φιλίες, καθώς δεν γνώριζε κανέναν. Βλέπεις κανένα άλλο παιδί από το νησί της δεν είχε περάσει στη δική της σχολή. Οι προσπάθειες της απέβαιναν άκαρπες και οι κουβέντες της έμεναν πάντα στις καλημέρες και σε λίγα λόγια για τα μαθήματα. Όταν μάλιστα άκουσε έναν φοιτητή να λέει στην παρέα του "Κοιτάξτε ένα μπάζο που περνάει δίπλα μας" και να γελούν όλοι, τότε εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια για φιλίες.

Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο χρόνο είχε πάρει αρκετά κιλά, γιατί με το διάβασμα δεν της έμενε χρόνος για άθληση. Έτσι μετά από αυτό κλείστηκε στο καβούκι της. Μόνο στη σχολή πήγαινε και μετά σπίτι. Παρηγοριά της το διάβασμα. Στην πρώτη εξεταστική αρίστευσε και μερικά παιδιά άρχισαν να την πλησιάζουν μόνο και μόνο για να αντιγράφουν απ' αυτήν. Έστω και έτσι της άρεσε.

Κάποια μέρα την πλησίασε μια συμφοιτήτριά της και την κάλεσε σ' ένα πάρτι που θα έκανε στο σπίτι της. Δέχτηκε να πάει, ίσως σκέφτηκε είχε έρθει η ώρα να ενταχτεί και αυτή στις παρέες τους .

Όταν έφτασε στο σπίτι της κοπέλας, το πάρτι είχε αρχίσει για τα καλά, η μουσική ήταν στη διαπασών, καπνοί από τσιγάρα αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα, το ποτό έρρεε άφθονο και μερικοί ήταν ήδη μεθυσμένοι.

Ήταν έτοιμη να φύγει όταν την πλησίασε η συμφοιτήτρια της με δυο ποτά στο χέρι. Της πρότεινε το ένα. Ήπιε μια γουλιά και ένιωσε το αλκοόλ να της καίει τα σωθικά. Έκανε να το αφήσει σ' ένα τραπεζάκι δίπλα, αλλά η "φίλη" της, της είπε:

-Έλα μην είσαι ξενέρωτη, λίγο ποτό θα σου φτιάξει την διάθεση. Πήρε πάλι το ποτήρι και έπινε σιγά σιγά, όμως σε λίγο της το ξαναγέμισε ένα αγόρι.

-Στην υγειά σου, της είπε, άσπρο πάτο. Το ήπιε σχεδόν μονορούφι για να μην φανεί ξενέρωτη στα μάτια του. Το μόνο που θυμόταν μετά ήταν το σαρδόνιο χαμόγελό του, έκτοτε δεν θυμόταν τίποτα.

Όταν συνήλθε είχε ξημερώσει. Βρισκόταν ακόμη στο σπίτι της συμφοιτήτριας της σχεδόν ημίγυμνη. Κοίταξε γύρω της. Ένα κορίτσι και ένα αγόρι κοιμόντουσαν ακόμη πάνω σ' έναν καναπέ και παντού υπήρχαν αποτσίγαρα και άδεια μπουκάλια. Κανένας άλλος δεν ήταν εκεί. Όπως όπως ντύθηκε, πήρε ταξί και πήγε σπίτι της. Αφού πλύθηκε, έφτιαξε καφέ και προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Μάταιος κόπος, δεν θυμόταν τίποτα.

Η απορία της δεν άργησε να λυθεί όταν την άλλη μέρα πηγαίνοντας στη σχολή είδε τους συμφοιτητές της να είναι μαζεμένοι παρέες παρέες, να κοιτάζουν κάτι στα κινητά τους και να χασκογελάνε.

-Τι βλέπετε; ρώτησε ένα κορίτσι.

-Εσένα, της απάντησε αυτή γελώντας. Περίμενε στο στέλνω να το δεις και συ.

Αυτό που είδε θα την στοιχειώνει μια ζωή. Είδε τον εαυτό της να χορεύει τρεκλίζοντας, οι γύρω της να της φωνάζουν κάνε "στριπ τιζ" και αυτή να αρχίσει να βγάζει τα ρούχα της και να τα πετάει ένα ένα στο πάτωμα. Όταν έμεινε με τα εσώρουχα δύο νεαροί όρμησαν πάνω της ποιος θα την πρωτοβιάσει, Το έκαναν και οι δυο. Τα πρόσωπά τους δεν φαίνονταν μόνο η πλάτη τους, το δικό της όμως φαινόταν ολοκάθαρα. 

Μετά από αυτό λιποθύμησε και ξύπνησε στο νοσοκομείο. Από το νοσοκομείο βγήκε με μια αγωγή αντικαταθλιπτικών χαπιών. Δεν άργησε να εθιστεί σ' αυτά και να αναζητά όλο και κάτι πιο δυνατό για να ξεχνάει λίγο τους εφιάλτες της. Ώσπου μπήκε στα σκληρά  ναρκωτικά και ο κόσμος της έγινε ακόμα πιο εφιαλτικός.

Στη σχολή δεν ξαναπάτησε. Το μόνο που την ένοιαζε τώρα ήταν  η δόση της. Ό,τι χρήματα της έστελναν οι δικοί της πήγαιναν για τα ναρκωτικά. Άρχισε να χρωστάει ενοίκια. Στους γονείς της δεν τόλμησε να πει κάτι, ντρεπόταν, ντρεπόταν πολύ δεν ήθελε να τους ποτίσει τέτοια πίκρα, δεν θα μπορούσε να τους κοιτάξει στα μάτια και μόνο που το σκεφτόταν ανέβαζε πυρετό. Από το τηλέφωνο τους έλεγε πως περνούσε καλά.

Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού της ζητούσε επιτακτικά τα ενοίκια και την προειδοποίησε πως θα της έκανε έξωση. Έτσι ένα βράδυ μάζεψε τα ρούχα της σε μια βαλίτσα και τα βιβλία της σ' ένα χαρτόκουτο και εγκατέλειψε το δυαράκι. Στον ιδιοκτήτη έγραψε ένα γράμμα, πως κάποια στιγμή θα του πλήρωνε τα ενοίκια, έβαλε μέσα και το τελευταίο της πενηντάρικο και  το πέταξε κάτω από την πόρτα του.

Την κατάπιε η νύχτα. Απάγκιασε στην είσοδο ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου. Κατά τις πρωινές ώρες την πήρε ο ύπνος, όταν ξύπνησε η βαλίτσα της είχε κάνει φτερά και τα βιβλία της ήταν σκορπισμένα γύρω από το σκισμένο χαρτόκουτο. Τα μάζεψε και τα πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης που ήταν εκεί κοντά. Καλύτερα έτσι σκέφτηκε. 

Άρχισε να συχνάζει σε στέκια ναρκομανών και να κοιμάται σε εγκαταλελειμμένα κτίρια. Υποσιτιζόταν με αποτέλεσμα να έχει μείνει η μισή.

                                                                      ...

Οι γονείς της κάποια στιγμή έπαψαν να έχουν νέα της. Βλέπεται μέσα σ' όλα τα άλλα της έκλεψαν και το κινητό. Ανήσυχοι, ο πατέρας διέκοψε το μπάρκο και μαζί με τη μητέρα της ήρθαν στην Αθήνα να δουν τι συμβαίνει.

Πρώτα πήγαν στο σπίτι που της είχαν νοικιάσει και εκεί ο ιδιοκτήτης τους πληροφόρησε πως η κόρη τους το είχε εγκαταλείψει  αφήνοντας του απλήρωτα ενοίκια. Ανήσυχοι πλέον έτρεξαν στη σχολή της και εκεί έμαθαν πως είχε να πατήσει το πόδι της μήνες. Κρίμα τους είπαν γιατί ήταν άριστη.

Άρχισαν να δείχνουν την φωτογραφία της σε φοιτητές μήπως κάποιος ήξερε κάτι. Όλοι έριχναν μια ματιά και απαντούσαν αρνητικά. Απογοητευμένοι κίνησαν να φύγουν. Τότε τους πλησίασε μια φοιτήτρια και τους είπε: "Καταλαβαίνω την αγωνία σας, δεν ξέρω που μπορείτε να βρείτε την κόρη σας, όμως ψάξτε να την βρείτε πριν είναι αργά. Δεν θέλω να σας πικράνω όμως πρέπει να μάθετε, ίσως αυτό σας βοηθήσει να καταλάβετε γιατί η Άννα εξαφανίστηκε. Τους διηγήθηκε ότι αφού της έριξαν κάτι στο ποτό της σ' εκείνο το μοιραίο πάρτι, έγιναν ακατανόμαστα πράγματα και τους έδειξε το βίντεο. Η μητέρα ξέσπασε σε λυγμούς. 

Με όση δύναμη είχαν πήγαν στην αστυνομία. Εκεί τους καθησύχασαν πως με κάποιο φίλο θα ήταν και δεν ασχολήθηκαν και πολύ. Κηρύχτηκε αγνοούμενη και  κράτησαν μερικές φωτογραφίες της. Ως και σε τηλεοπτική εκπομπή πήγαν για να την αναζητήσουν. Οι έρευνες άκαρπες. Βλέπετε οι φωτογραφίες που είχαν έδειχναν την Άννα σαν ένα κορίτσι γεμάτο ζωντάνια, με λίγο παραπάνω κιλά, χαμογελαστό και με σπινθηροβόλο βλέμμα. Πως να αναγνωρίσουν αυτή την Άννα στο τωρινό κορίτσι με τα μισά κιλά, το ατημέλητο με το θολό βλέμμα. Απογοητευμένοι γύρισαν στο νησί να πάρουν δυνάμεις για να συνεχίσουν την αναζήτηση.

                                                                       ...

Μια μέρα η Άννα μέσα στα σκοτάδια της πεθύμησε να δει την θάλασσα, έτσι πήρε τον ηλεκτρικό και κατέβηκε Πειραιά. Μπήκε στο λιμάνι και κάθισε σ' ένα παγκάκι. Στη θωριά της θάλασσας γαλήνεψε η ψυχή της. 

Πάνω της πετούσαν γλάροι. Παρακολουθούσε τα φτερουγίσματά τους και τις βουτιές τους στο νερό. Χαμογέλασε.  Τότε κάτι  φτερούγισε και στη δική της την καρδιά. Ήρθε στο νου της το σλόγκαν τους "Δώσε σ' αυτούς που αγαπάς φτερά για να πετάξουν και ρίζες για να επιστρέψουν..." . Πως μπόρεσα να ξεχάσω την υπόσχεση που έδωσα στον πατέρα μου;

Χωρίς δεύτερη σκέψη, μήπως το μετάνιωνε την τελευταία στιγμή, έβγαλε εισιτήριο και με το πρώτο καράβι ταξίδεψε για το νησί της. Έφτασε στο πατρικό της αργά το απόγευμα. Έκανε να ανοίξει την αυλόπορτα, αλλά οι εφιάλτες της την ξανακυρίευσαν. Ο φόβος και η ντροπή την παρέλυσαν. Σωριάστηκε εκεί αγκαλιάζοντας την αυλόπορτα.

Η μητέρα της την είδε από το παράθυρο.

-Αριστείδη τρέξε ήρθε το παιδί, τρέξε σου λέω. Πετάχτηκαν και οι δυο έξω, έφτασαν στην Άννα με μια δρασκελιά, την σήκωσαν και την έκλεισαν στην αγκαλιά τους. Για αρκετά λεπτά έμειναν σφιχταγκαλιασμένοι χωρίς να λένε τίποτα. Μόνο από τα μάτια τους έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα.

-Έλα παιδί μου, είπε κάποια στιγμή ο πατέρας, πάμε μέσα.

Τότε η Άννα σήκωσε το χέρι της και έδειξε τα γλαροπούλια.

-Αυτά τα πουλιά με έκαναν να θυμηθώ την υπόσχεση που σου είχα δώσει πατέρα εδώ σε τούτη την αυλή μια μέρα πριν φύγω. Πως άφησα τον φόβο να με κάνει να την ξεχάσω; Θα με συγχωρέσετε ποτέ;

-Καλώς ήρθες καρδούλα μου στη φωλιά σου και στην αγκαλιά μας και πάλι. Από δω θα ξαναγεννηθείς και θα κάνεις ένα νέο ξεκίνημα.

Υ.Γ. Η Άννα μετά από ένα χρόνο ξαναγύρισε στη σχολή, πήρε το πτυχίο της με άριστα και σήμερα έχει δικό της δικηγορικό γραφείο κάπου στην Αθήνα υπερασπιζόμενη μεταξύ άλλων και γυναίκες με παρόμοιες ιστορίες με την δική της.

Υ.Γ. Το παρόν κείμενο ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας μου και ουδεμία σχέση έχει με πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα.

                                                                     ...

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο της Μαίρης Στείλε μήνυμα . Την ιστορία αυτή την εμπνεύστηκα από την εικόνα με τους πελεκάνους. Είναι μία από τις εικόνες που μας έδωσε η Μαίρη για να γράψουμε μια ιστορία, στέλνοντας μέσω αυτής κάποια μηνύματα.