Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2023

Ένας αλλιώτικος χαρταετός

 

Καθαρή Δευτέρα! Δεκάδες χαρταετοί πετούσαν στον καταγάλανο ουρανό. Χοροπηδούσαν, γελούσαν, έκαναν τρελές τούμπες και χαίρονταν με τα γέλια των παιδιών που κρατούσαν τον σπάγκο τους. "Αφήστε καλούμπα" φώναζαν στα παιδιά, να πάμε ψηλά!!!


Ένας χαρταετός όμως δεν συμμετείχε σε τούτο το γλέντι. Καθόταν εκεί πιο ψηλά από τους άλλους και καμάρωνε τα χρώματά του και το μέγεθός του, η αλήθεια είναι πως ήταν ο πιο μεγάλος. Οι άλλοι χαρταετοί του φώναζαν να παίξει μαζί τους, αλλά εκείνος έλεγε από μέσα του "σιγά μην παίξω με εσάς τους παρακατιανούς".


Εσύ χάνεις του έλεγαν οι άλλοι χαρταετοί.  Σήμερα είναι η ημέρα μας, πρέπει να χαρείς την ελευθερία του πετάγματος, γιατί αύριο τα παιδιά θα γυρίσουν  πάλι στα διαβάσματά τους και θα μας κλείσουν σε κάποια αποθήκη και θα περιμένουμε έναν ολόκληρο χρόνο να ξαναπετάξουμε.
Εκείνος δεν άκουγε, ζούσε στον κόσμο του, ένιωθε ανώτερος. Σιγά μην κάνω τις τρέλες που κάνετε εσείς σκεφτόταν. Εγώ δεν θέλω να χαλάσω την φορεσιά μου!

 


Κατά το μεσημέρι  ο αέρας δυνάμωσε και τα πρώτα γκρίζα σύννεφα φάνηκαν στον ουρανό.
-Αδέλφια μάλλον θα βρέξει, φώναξε ένας χαρταετός.
-Ευτυχώς τα παιδιά το κατάλαβαν και άρχισαν να μαζεύουν τον σπάγκο μας, είπε ένας άλλος.
Σιγά σιγά όλοι οι χαρταετοί άρχισαν να κατεβαίνουν.
Μόνο ο μοναχικός χαρταετός αντιστεκόταν και δεν κατέβαινε, όσο και αν το παιδάκι που τον κρατούσε προσπαθούσε να μαζέψει τον σπάγκο του.
-Τι κάνεις; του φώναζαν οι άλλοι, σε λίγο θα βρέξει και θα καταστραφείς... κατέβα...
-Η δική μου η φορεσιά είναι αδιάβροχη τους απαντούσε, δεν είμαι σαν και εσάς, εγώ δεν φοβάμαι τίποτα.

 


Όσο και να προσπαθούσε το παιδί να τον κατεβάσει δεν μπορούσε. Εκείνος αντιστεκόταν, ώσπου ένας δυνατός αέρας του έκοψε τον σπάγκο και άρχισε να τον παρασύρει μακριά.
Στην αρχή το διασκέδαζε.
Καλύτερα έτσι σκεφτόταν τώρα θα δω  καινούργια πράγματα. Πέρασε πάνω από την μεγάλη πόλη και άρχισε να πηγαίνει προς την εξοχή.
Οι πρώτες σταγόνες της βροχής τον πέτυχαν όταν περνούσε πάνω από ένα ποτάμι. Δεν έδωσε σημασία, αλλά όταν η βροχή δυνάμωσε άρχισε να φοβάται. Ο αέρας είχε δυναμώσει και άλλο. Ο χαρταετός άρχισε να χάνει ύψος, γιατί η ουρά του είχε βαρύνει από την βροχή.

 


Τελικά έπεσε πάνω σε ένα δέντρο και η φορεσιά του σκίστηκε. Ένα άλλο φύσημα του αέρα τον ελευθέρωσε από το δέντρο και τον έριξε μέσα στα λασπόνερα στην αυλή ενός αγροτόσπιτου.
Έμεινε όλη την νύκτα εκεί να κλαίει για το χάλι του.
Το πρωί τον βρήκε ένα οκτάχρονο κοριτσάκι και φώναξε στον αδερφό της που ήταν λίγο μεγαλύτερος.
-Τι θέλαμε χθες και η μαμά δεν μπορούσε να μας τον φτιάξει, γιατί δεν θυμόταν πως μας τον έφτιαχνε ο μπαμπάς πριν πάει στον ουρανό;
-Έναν χαρταετό, απάντησε το αγόρι.
-Νάτος, ο μπαμπάς μας τον έστειλε, από εκεί ψηλά.
-Μα αυτός είναι κατεστραμμένος.
Άκουσε τα λόγια τους η μαμά τους και πλησίασε να δει τι είχαν βρει τα παιδιά.
-Ο σκελετός του είναι γερός, θα τον ξαναφτιάξουμε, είπε η μαμά όταν είδε το εύρημα των παιδιών.  Κάπου έχω μια εφημερίδα, θα φτιάξω και αλευρόκολλα και σε λίγη ώρα θα είναι έτοιμος.

 



Στο άκουσμα όλων αυτών ο χαρταετός ανατρίχιασε.
-Για ποιον με περάσατε, εγώ δεν θέλω μια τέτοια φορεσιά... άκου εφημερίδα... όσοι με δουν θα με κοροϊδεύουν.


Η εφημερίδα κολλήθηκε πάνω στο σκελετό του χαρταετού και τα παιδιά ενθουσιάστηκαν.
-Μαμά έφερα μερικά λουλούδια από την αμυγδαλιά μας να τα κολλήσουμε γύρω γύρω σαν στεφάνι, είπε το κοριτσάκι.
-Να πάρε και αυτούς τους δυο πανσέδες και βάλτους για μάτια και αυτό το μακρόστενο φυλλαράκι για μύτη, είπε το αγόρι.
-Πάω να φέρω και λίγες κατακόκκινες ανεμώνες για στόμα.
Σε λίγο όλα ήταν έτοιμα!
-Πρέπει να του φτιάξουμε και ουρά, είπε η μαμά τους, πάω να φέρω μερικά χρωματιστά κουρελάκια.
-Κουρελάκια; που ξέπεσα φώναζε ο χαρταετός. Δεν πρόκειται να πετάξω εγώ με αυτά τα χάλια.


Τα παιδιά κάθισαν και καμάρωσαν λίγο τον χαρταετό τους και μετά πήγαν να τον πετάξουν ψηλά.
Ο χαρταετός όμως δεν έλεγε να πετάξει. Αντιστεκόταν. Ντρεπόταν για την φορεσιά του.
Πρώτη προσπάθεια, δεύτερη προσπάθεια και τα παιδιά σκέφτηκαν πως κάτι δεν είχαν φτιάξει σωστά.
-Ας κάνουμε άλλη μία προσπάθεια είπε η μητέρα και τότε ένα αεράκι σήκωσε ψηλά τον χαρταετό.
Τα παιδιά ζητωκραύγαζαν χαρούμενα, ενώ ο χαρταετός σκεφτόταν πως ευτυχώς που δεν ήταν άλλοι χαρταετοί εκεί γύρω να δουν το χάλι του.

 


Όπως στεκόταν εκεί ψηλά, πέρασαν πέντε έξι σπουργίτια δίπλα του και τα άκουσε να λένε πως δεν είχαν δει ξανά ωραιότερο χαρταετό.
-Ορίστε μας ειρωνεύονται και τα σπουργίτια τώρα, σκέφτηκε.
Μετά από λίγο ένα περιστέρι του είπε το ίδιο, καθώς και μερικά χελιδόνια που μόλις είχαν έρθει από το μακρινό ταξίδι τους.


-Λες να είναι αλήθεια, σκέφτηκε ο χαρταετός, να είμαι πράγματι ωραίος και να μην με ειρωνεύονται;
Όταν μάλιστα μετά από λίγο ένας κοκκινολαίμης του είπε πως είχε το ωραιότερο χαμόγελο κατάλαβε πως ήταν πραγματικά ωραίος και άρχισε να χαίρεται το πέταγμά του και να κουνάει την ουρά του χαιρετώντας τα παιδιά που έπαιζαν χαρούμενα μαζί του.

-Τελικά είχαν δίκιο χθες οι χαρταετοί που μου έλεγαν να παίξω μαζί τους και να χαρώ το πέταγμα, σκέφτηκε ο χαρταετός, σήμερα καταλαβαίνω πως η ευτυχία είναι στα απλά πράγματα και όλο χαρά έκανε βόλτες δεξιά και αριστερά πάνω και κάτω.