Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2021

Θάλασσα

Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;

Μην το βλέπετε μικρό. Αυτό μπορεί να σε ταξιδέψει 

σε θάλασσες και ωκεανούς, 

μα προπάντων σ' όλα τα ταξίδια του νου!


Με λίγα θαλασσόξυλα και δυο αστερίες έφτιαξα μια όμορφη σύνθεση για το καλωσόρισμα στην είσοδο του εξοχικού.


Με το πινακάκι αυτό παίρνω μέρος στην πρόσκληση της Mia με θέμα την Θάλασσα.
Στον πιο κάτω σύνδεσμο μπορείτε να δείτε και τις υπόλοιπες συμμετοχές



Καλά ταξίδια!

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2021

Για τον πατέρα μου

 



Έλα πατέρα, άκου το αηδόνι κελαηδάει,

πάνω στον πλάτανο της αυλής μας.

Το γυάλινο κανάτι με το δροσερό νερό

από την λιθόχτιστη  βρύση  μας σε περιμένει.

Κλείσε τα φτερά αγγέλου που φοράς

και κάθισε κοντά μου.

Πες μου πάλι παραμύθια με θεούς και ημίθεους.

Πες μου για ήρωες που παλεύουν με άγρια θηρία.

Κάτσε κοντά μου ως το βράδυ

να μου δείξεις και πάλι την Μικρή Άρκτο.

Να ξαναθυμηθώ  τους δρόμους που μου χάραζες.

Αυτούς τους δρόμους προσπάθησα να τους διαβώ,

όπως εσύ με σημαία το δίκιο και την ανθρωπιά.

Ακόμα προσπαθώ και σε σκέφτομαι.


Σήμερα 20 Ιουνίου είναι η γιορτή του πατέρα.

 Το ποίημα γράφτηκε για την γιορτή του πατέρα

 και την πρόσκληση της "αλατοπαρέας".

Αν θέλετε  μπείτε εδώ και να διαβάσετε και άλλα

ποιήματα.

Χρόνια πολλά στους μπαμπάδες σας

και εμείς που δεν τους έχουμε μαζί μας να είμαστε καλά

να τους θυμόμαστε με αγάπη.



Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2021

Με ένα ποδήλατο

 


(έργο της Carolee Clark)


Με ένα ποδήλατο κάποτε  κόντρα στον άνεμο

ρουφούσα την ζωή.

Με ξέμπλεκα μαλλιά να ανεμίζουν σαν τα στάχυα,

μάζευα  Ανατολές.

Μαζί  του  στα πρώτα ραντεβού, στα κλεφτά φιλιά

σε  έρωτες κεραυνοβόλους, σε  χτυποκάρδια τρελά.

Με  ορθοπεταλιές  με έμαθε να  ξεπερνώ

της  ζωής τις ανηφόρες

και τώρα να αναπολώ  μόνο  αναμνήσεις  γλυκές .

Ε.Φ.


Σήμερα 3 Ιουνίου είναι παγκόσμια ημέρα ποδήλατου.

υ.γ. Το ποίημα προέκυψε από μία συγγραφική πρόσκληση στην "Αλατοπαρέα" .

Μπορείτε να δείτε και άλλα ποιήματα εδώ.



Τρίτη, 1 Ιουνίου 2021

Καλό μήνα

 


Είμαι ο Ιούνιος! Ήρθα γεμάτος ιδέες  για να περάσετε όμορφα μαζί μου.  Πάμε λοιπόν μαζί να  περπατήσουμε ξυπόλητοι στην άμμο. Να φτιάξουμε κάστρα εκεί που σκάει το κύμα.

Να παίξουμε ρακέτες. Να φάμε παγωτό χωνάκι. Να κόψουμε άσπρα κρινάκια από αυτά που φυτρώνουν στην καυτή άμμο.

Να φάμε μια φέτα καρπούζι και τα ζουμιά του να τρέξουν στα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά μας.

Να πιούμε το ουζάκι μας δροσισμένο με δυο παγάκια σ’ ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι.

Να γευτούμε βανίλια-υποβρύχιο στο παραδοσιακό καφενείο του χωριού κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο δίπλα στην πετρόχτιστη βρύση.

Μπορείτε επίσης να χαρείτε όμορφα ηλιοβασιλέματα. Να πάτε σε θερινά σινεμά που μοσχομυρίζουν γιασεμί. Να κάνετε βαρκάδα συντροφιά με το ολόγιομο φεγγάρι.

Θα μου πείτε δεν μπορείτε να τ’ απολαύσετε όλα αυτά γιατί έχετε έγνοιες, στενοχώριες, δυσκολίες. Αυτά τα ξέρω, όμως μια ζωή την έχουμε και αν δεν την γλεντήσουμε τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε, που λέει και το τραγούδι.

Καλό μήνα, καλό καλοκαίρι φίλες και φίλοι. Παρά τις δυσκολίες μερικές μικροχαρές μπορούμε να τις απολαύσουμε.





Κυριακή, 23 Μαΐου 2021

Μεγαλώνω;


 

Αφού το λέει ο Albert Einstein κάτι θα ήξερε!

Το τηρώ!

Γενέθλια σήμερα!

Σας ευχαριστώ φίλες και φίλοι μου για τις πολλές ευχές σας για την γιορτή μου και φυσικά για τα γενέθλια.

Φιλάκια πολλά!

Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

Καλή Ανάσταση

 Αγαπημένες φίλες και αγαπημένοι φίλοι

σας εύχομαι Καλή Ανάσταση, υγεία και ευημερία!

Η γιορτή της αγάπης ας ζεστάνει τις καρδιές μας.



Καλό μήνα!

Φιλάκια πολλά!

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2021

Καλό μήνα

 


«Καλώς σας βρήκα!

Είμαι ο Μάρτιος και δεν σας κρύβω ότι φέτος ήρθα λίγο μουδιασμένος με όλα αυτά που συμβαίνουν. Εγώ πάντως έχω όλη την καλή διάθεση να κάνω το καθήκον μου που είναι να ξυπνήσω την φύση, να ζεστάνω την ατμόσφαιρα για να ανθίσουν σιγά σιγά τα λουλούδια, να ζωντανέψω τα ζωάκια που είχαν πέσει σε χειμερία νάρκη και τόσο άλλα. 

Όμως οι καιροί είναι δύσκολοι,  γι’ αυτό θα ήθελα να σας συμβουλέψω και να σας επιστήσω την προσοχή.

Εγώ θα προσέχω τα λουλούδια μου μην κακοπάθουν από τον χιονιά, αλλά και εσείς πρέπει να προσέχετε τα δικά σας "λουλούδια"  και "βλαστάρια" γιατί εκεί έξω παραμονεύουν άγριες μέλισσες.

Θα προστατέψω τα ζωάκια που θα ξυπνήσουν από τη χειμερία νάρκη, αλλά και εσείς πρέπει να προστατεύετε τους αθώους "αμνούς" σας από τους κακούς "λύκους" που παραμονεύουν σε κάθε απόμερο σοκάκι.

Θα μεγαλώσω τις ημέρες σας, θα τους δώσω περισσότερο φως, όμως εσείς θα πρέπει να προσέχετε τα σκοτάδια που κυβερνούν τις ψυχές των κακών ανθρώπων.

Κάπου κάπου θα ρίχνω δάκρυα σαν μπόρα για να δροσίζω τη γη, αλλά σε σας θα ευχηθώ να μην δω τα μάτια σας δακρυσμένα. 

Όταν περνά η μπόρα θα βγάζω το ουράνιο τόξο με όλα του τα χρώματα  για να χρωματίσετε όπως θέλετε τη ζωή σας και τα όνειρά σας.

Εύχομαι να περάσετε όμορφα κατά την διάρκεια των ημερών μου».















Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

Ναυαγισμένη ζωή

 


Η Δανάη και ο Ορέστης κάνοντας το μεσημεριανό τους διάλειμμα,  κατέβηκαν στο coffee island  στον πεζόδρομο στο κέντρο του Πειραιά,  να πάρουν ένα καφέ στο πόδι πριν γυρίσουν στο περιοδικό που δούλευαν.

Εκεί δίπλα ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος καθόταν κατάχαμα. Στήριζε την πλάτη του  σ’ ένα ξύλινο καρότσι που ισορροπούσε πάνω σε δύο ρόδες. Ήταν  γεμάτο χαρτόκουτα και τενεκεδάκια αναψυκτικών. Το πρόσωπο του άντρα ήταν αυλακωμένο από βαθιές ρυτίδες και τα μαλλιά του μακριά και ατημέλητα. Τα ρούχα του στην ίδια κατάσταση. Ένα γκριζόασπρο μουστάκι  και  μούσι ολοκλήρωναν την όψη του. Η ματιά του ήταν καλοσυνάτη και καθαρή. Αυτή η ματιά έκανε την Δανάη να τον ρωτήσει.

«Κύριε να σας κεράσουμε ένα καφέ;». Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του γεμάτο απορία και το κάρφωσε πάνω στη Δανάη.

«Να ’ξερες  πόσα χρόνια έχω να ακούσω κάτι τέτοιο κοπέλα μου. Σ’ ευχαριστώ.  Ένα νεράκι μόνο. Δεν έχω βάλει τίποτα στο στόμα μου σήμερα  και ο καφές θα με πειράξει».

«Αργύρη, ένα νερό και εκτός από τα καφεδάκια ψήσε μας και τρία τοστ, παρήγγειλε ο Ορέστης και κάθισαν με την Δανάη σε δύο καρέκλες του μαγαζιού που ήταν στον πεζόδρομο, κοντά στον άντρα.

«Είμαι η Δανάη, δημοσιογράφος σε ένα περιοδικό οικονομικού περιεχομένου και απ’ εδώ ο Ορέστης  φωτογράφος. Εσάς πως σας λένε;» ρώτησε η Δανάη που ξύπνησε  το δημοσιογραφικό δαιμόνιο μέσα της.

«Προκόπη με λένε, αλλά προκοπή δεν έκανα!» απάντησε εκείνος χαμογελώντας ειρωνικά δείχνοντας το χάλι του. «Όμως δεν ήμουν πάντα έτσι, κοπέλα μου».

«Τι σας συνέβη κύριε Προκόπη, αν επιτρέπετε;»

«Πολλά κοπέλα μου» άρχισε εκείνος νιώθοντας την ανάγκη να μιλήσει με κάποιον. «Δεν είμαι πειραιώτης, κατάγομαι από μία παραθαλάσσια πόλη της Πελοποννήσου, κι εκεί έμενα μέχρι πριν λίγα χρόνια. Διατηρούσα ένα κατάστημα με είδη προικός. Όλα άρχισαν το 2009 με την οικονομική κρίση.  Η δουλειά τότε μειώθηκε και η φορολογία διπλασιάστηκε, όπως πολύ καλά θα ξέρετε αφού δουλεύετε  σε οικονομικό περιοδικό. Με κόπο έβγαζα τα έξοδα του μαγαζιού και του σπιτιού και αρχίσαμε να τρώμε από τα έτοιμα. Ευτυχώς που είμαστε μόνο δύο άτομα, η γυναίκα μου και εγώ και τα κουτσοκαταφέρναμε. Παιδιά δεν αποκτήσαμε. Δυστυχώς κάποια στιγμή η γυναίκα μου αρρώστησε, καρκίνος στον πνεύμονα και την έχασα πριν από έξι χρόνια, είπε και σκούπισε ένα δάκρυ με το  μανίκι του. Την έχασα την Πηνελόπη μου.  Με την  αρρώστια της εξανεμίστηκαν και οι τελευταίες οικονομίες μας. Έκλεισα το μαγαζί, γιατί έπρεπε να εγκατασταθούμε στην Αθήνα, προκειμένου να είμαστε κοντά σε νοσοκομεία για τις χημειοθεραπείες, βλέπεις εμείς στην επαρχία είμαστε πολίτες τρίτης κατηγορίας στη νοσοκομειακή περίθαλψη. Τα νοσοκομεία εκεί είναι μόνο για πρωτοβάθμια περίθαλψη. Ούτε γιατρούς έχουμε για σοβαρά περιστατικά, ούτε ιατρικό εξοπλισμό. Για να καλύψω τα έξοδα  σε γιατρούς και νοσοκομεία, αναγκάστηκα να πάρω δάνειο βάζοντας υποθήκη το σπίτι. Το έχασα και αυτό. Μου το έβγαλε σε πλειστηριασμό η τράπεζα και έτσι έμεινα στο δρόμο, λίγο πριν τη σύνταξη. Μετά το θάνατό της ξαναγύρισα στην πόλη μου. Προσπάθησα να ορθοποδήσω. Στην αρχή με βοήθησαν κάποιοι συγγενείς, αλλά πόσο να προσφέρουν και αυτοί, έρχεται η ώρα που βαρυγκωμούν. Έχουν να κοιτάξουν και κείνοι τις οικογένειές τους. Έτσι από ντροπή περισσότερο ήρθα στην Αθήνα, να «χαθώ» μέσα στο πλήθος. Προσπάθησα να βρω δουλειά. Δεν βρήκα. Δύσκολα δίνουν δουλειά σε κάποιον στην ηλικία μου. Έτσι κατάντησα άνεργος και άστεγος. Τουλάχιστον εδώ  είμαι άγνωστος μεταξύ αγνώστων, δεν μου δίνουν σημασία ή στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να τύχει  να με κοιτάξουν με περιφρόνηση όταν η ματιά των «καθώς πρέπει»   πέσει επάνω μου. Στον τόπο μου όμως που σε ξέρουν, σε δείχνουν με το δάχτυλο, όταν ξεπέσεις οικονομικά, χωρίς να εξετάζουν τα αίτια που σε οδήγησαν σ’ αυτό. Η χρεοκοπία, κοπέλα μου, είναι εφιάλτης. Πέρα από τα υλικά αγαθά, χάνεις και την αξιοπρέπειά σου και έχεις και το στίγμα του αποτυχημένου να σε βασανίζει».

«Πως είναι τώρα η ζωή σας;»

«Δύσκολη! Ένας βήχας τον τυράννησε για λίγο και αφού ήπιε μια γουλιά νερό συνέχισε. Κατ’ αρχάς είμαι άστεγος, όπως είπα. Ο άστεγος έχει να αντιμετωπίσει πολλά, την παγωνιά, την υγρασία και το χειρότερο όλων τη βροχή, αν δεν έχει βρει το σωστό καταφύγιο. Στην αρχή τριγυρνούσα στα σοκάκια της Αθήνας, αλλά πέρα των άλλων μου έλειπε και η θάλασσα, έτσι κατέβηκα στον Πειραιά.  Στην αρχή είχα  βρει καταφύγιο σ’ ένα  εργοστάσιο,  που είχε βάλει λουκέτο και που ευτυχώς δεν το είχαν ανακαλύψει πολλοί. Το λέω αυτό γιατί τη νύχτα είναι άγρια τα πράγματα. Έξω κυκλοφορούν πάσης φύσεως άνθρωποι, νεοάστεγοι λόγω ανεργίας ή χρεών  που είναι σαν εμένα, αλλά και άλλοι που είναι επικίνδυνοι και πρέπει να φυλάγομαι από αυτούς.».

«Γιατί δεν πάτε σε κάποια από τις στέγες του δήμου να μείνετε;»

«Πηγαίνω κάποιες φορές για να κάνω ένα μπάνιο, αλλά πιστέψτε με δεν είναι καλά εκεί. Γίνονται τσακωμοί μεταξύ μας και πρέπει να κοιμάσαι με το ένα μάτι ανοικτό, που λέει ο λόγος. Τα πράγματα φαίνονται ωραία όταν κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα  πάτε εσείς οι δημοσιογράφοι στους ξενώνες και προβάλλετε το έργο των πολιτικών και του δημάρχου και τους φωτογραφίζετε με τους άστεγους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και ούτε λύνονται έτσι τα προβλήματά μας. Άλλες υποδομές πρέπει να κάνει το κράτος, κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνετε στο εξωτερικό. Τις προάλλες έπεσε τυχαία στα χέρια μου μια εφημερίδα και διάβασα ένα άρθρο που αφορούσε τους άστεγους της Φιλανδίας. Εκεί  η πολιτεία έφτιαξε συγκροτήματα διαμερισμάτων για τους άστεγους  και τους παραχωρεί μόνιμη στέγη, ενώ κοινωνικοί λειτουργοί τους βοηθούν να βρουν δουλειά και να ενταχθούν πάλι στην κοινωνία. Εν αντιθέσει με εδώ που η πολιτεία και η κοινωνία σε αντιμετωπίζουν σαν σκουπίδι.  Επικρατεί η άποψη στο μυαλό πολλών ότι η κοινωνία των αστέγων αποτελείται από ναρκομανείς, αλκοολικούς, τζογαδόρους, τεμπέληδες, ψυχοπαθείς και παρανόμους. Μια μερίδα αποτελείται από αυτούς, όμως υπάρχουμε κι εμείς. Άνθρωποι επαγγελματίες, μορφωμένοι που χάσαμε τη δουλειά μας, που έχουμε αξίες, ιδανικά, όνειρα, ελπίδες και που θέλουμε κάποια στιγμή να επανέλθουμε στην κανονική ζωή. Εγώ γι’ αυτό κάνω αυτή τη δουλειά. Σηκώνομαι από τα χαράματα να μαζέψω από τους κάδους ότι χρήσιμο υπάρχει και το πουλάω  για λίγα ευρώ. Προσπαθώ να βγάζω λίγα χρήματα για τις ολιγαρκείς ανάγκες μου για να μην αναγκαστώ να ζητιανέψω, δεν θα το άντεχα αυτό. Ντρέπομαι…"

"Που μένετε τώρα;"

"Όπως σου είπα έμενα σε κείνο το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο με  δυο τρεις άλλους, αλλά γρήγορα το ανακάλυψαν και άλλοι. Μαζευτήκαμε πολλοί και ένα βράδυ μια ομάδα ναρκομανών μας την «έπεσε», μαχαίρωσαν κάποιον για να του πάρουν τα λίγα ευρώ που είχε. Με έπιασε απελπισία, έπρεπε να βρω άλλο στέκι. Για καλή μου τύχη μια μέρα εκεί που έψαχνα για ντενεκεδάκια αναψυκτικών στην παραλία, είδα ένα σκαρί, γερμένο σαν να ξεκουραζόταν μετά από τα ταξίδια του. Σήκωσα το κεφάλι μου να το καμαρώσω και εκείνο  μου αιχμαλώτισε την ψυχή. Στην πλώρη του με ξεθωριασμένα από την αλμύρα γράμματα διάβασα το όνομά του, «Πηνελόπη», το όνομα της γυναίκας μου. Το θεώρησα σημάδι απ’ εκείνη. Στην πρύμνη του έχασκε μια μεγάλη τρύπα και απ’ εκεί μπήκα στο εσωτερικό του. Τα μισοσαπισμένα ξύλα του έτριζαν κάτω από τα πόδια μου σε κάθε μου βήμα. Όσο προχωρούσα προς την πλώρη, το σκαρί ήταν σε καλλίτερη κατάσταση και πρόσεξα πως ήταν στεγνά, κάτω από την τιμονιέρα, παρόλο που είχε βρέξει το βράδυ. Από κείνη την ημέρα έγινε το σπίτι μου. Κάθε βράδυ γύρω στο σούρουπο με χίλιες προφυλάξεις μπαίνω στην κοιλιά του και απαγκιάζω". Άλλος ένας επίμονος βήχας τον έκανε να σταματήσει για λίγο την αφήγησή του.

"Φάτε και το τοστ σας κύριε Προκόπη, θα κρυώσει…"

"Έχω συνηθίσει το κρύο φαί, συνέχισε με πίκρα. Πηγαίνω στα συσσίτια και βολεύομαι, να είναι καλά οι άνθρωποι, γιατί υπάρχουν και άνθρωποι που μας σκέφτονται. Σας ευχαριστώ παιδιά μου για το κέρασμα, ώρα να πηγαίνω".

"Τι μπορούμε να κάνουμε για σας; Δεν είμαστε πλούσιοι, ένα μισθό που μόλις καλύπτει τις ανάγκες μας έχουμε, αλλά μια μικρή βοήθεια μπορούμε να σας προσφέρουμε, ίσως κάτι ζεστό, μια κουβέρτα, ένα μπουφάν, ο χειμώνας έχει αρχίσει να δείχνει τα δόντια του".

«Η αλήθεια είναι ότι μαζεύω χρήματα να αγοράσω ένα σλίπινγκ μπαγκ, γιατί το προηγούμενο που μας είχε μοιράσει μια φιλανθρωπική οργάνωση μου το έκλεψαν, αλλά μην ξοδεύεστε. Σας ευχαριστώ».

«Κοίτα σύμπτωση», είπε η Δανάη, «έχω ένα που δεν το χρειάζομαι, θα σας το δώσω ευχαρίστως, τζάμπα πιάνει χώρο στην ντουλάπα μου. Λοιπόν σήμερα είναι Παρασκευή, ελάτε πάλι εδώ την Δεύτερα κατά τις 12 να σας το δώσω".

«Καλά αν είναι έτσι, θα περάσω» τους είπε και βήχοντας απομακρύνθηκε σέρνοντας με κόπο το καρότσι του.

«Θα σας περιμένω, και σας παρακαλώ πηγαίνετε στο κοινωνικό φαρμακείο να πάρετε κάτι για τον βήχα σας,  είναι πολύ επίμονος".

«Αλήθεια, δεν ήξερα ότι έκανες κάμπινγκ» της είπε ο Ορέστης μόλις απομακρύνθηκε ο Προκόπης.

«Δεν έκανα, πως σου ήρθε;»

«Και το σλίπινγκ μπαγκ ;»

«Α! θα το αγοράσω…»

«Μαζί θα το αγοράσουμε, θα τσοντάρω κι εγώ».

Ο Προκόπης σέρνοντας τα βήματά του έφτασε εκεί που πουλούσε ότι  μάζευε κάθε μέρα, άφησε το καρότσι του και αφού πέρασε να πάρει κάτι να φάει από το συσσίτιο τράβηξε για το στέκι του. Τσίμπησε λίγο από το φαγητό και ξάπλωσε. Ο βήχας είχε γίνει πιο έντονος και νόμισε πως είχε  πυρετό. Σε λίγο θες  από την κούραση, θες από τον πυρετό τον πήρε ο ύπνος. Ένας ύπνος όμορφος αφού είδε πως καθόταν στο τιμόνι της «Πηνελόπης» έχοντας στο πλευρό του την γυναίκα του και ταξίδευαν μαζί σε καταγάλανα νερά…

~//~

Την Δευτέρα η Δανάη κατέβηκε από το γραφείο στο πεζόδρομο για να συναντήσει τον Προκόπη, όμως  εκείνος δεν φάνηκε. «Ίσως έρθει αύριο», της είπε ο Ορέστης. Ούτε και την Τρίτη όμως φάνηκε.

«Ορέστη ανησυχώ, μήπως έπαθε κάτι; Ήταν και αυτός ο βήχας. Μπορεί να είναι άρρωστος".

«Ίσως» της είπε ο Ορέστης «κοίτα το απόγευμα μόλις σχολάσουμε θα πάμε με την μηχανή μου να τον βρούμε».

«Που όμως; Δεν μας είπε που μένει συγκεκριμένα…»

«Ξέρω δυο τρία μέρη με παλιά σκαριά. Πηγαίνω εκεί και βρίσκω υλικό για τις φωτογραφίες μου. Κάπου θα τον βρούμε».

Στο πρώτο μέρος δεν στάθηκαν τυχεροί, ούτε στο δεύτερο, στο τρίτο είδαν από μακριά ένα σκαρί λουσμένο με ένα μουντό ηλιοβασίλεμα. Το πλησίασαν και βεβαιώθηκαν ότι είχαν έρθει στο σωστό μέρος όταν διάβασαν το όνομα στο σκαρί, «Πηνελόπη».

Από την τρύπα που έχασκε στην πρύμνη μπήκαν μέσα και τον φώναξαν. Απόκριση δεν πήραν. Άναψαν τον φακό του κινητού και κοίταξαν στο βάθος του σκάφους. Και τότε τον είδαν κουλουριασμένο σε μια γωνιά. Έτρεξαν κοντά του. Όταν τον άγγιξαν κατάλαβαν πως ήταν αργά για κείνον. Στα κοκκαλωμένα χέρια του κρατούσε την φωτογραφία της γυναίκας του.

Κάλεσαν ασθενοφόρο. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε πως είχε πεθάνει πριν από είκοσι τέσσερις ώρες από παθολογικά αίτια, αποκλείοντας την εγκληματική ενέργεια.

Μία εβδομάδα μετά η Δανάη δημοσίευσε ένα άρθρο για  τους άστεγους, θύματα της οικονομικής κρίσης, στην οποία συμπεριέλαβε και την άτυπη συνέντευξη που πήρε από τον Προκόπη με τίτλο: «Άραγε η αναλγησία του κράτους θεωρείται εγκληματική ενέργεια;»

[Αυτή είναι η συμμετοχή μου στην «μίνι σκυτάλη» ένα δρώμενο που διοργανώνει η Μαίρη που έχει το blog https://ghinimatia.blogspot.com/  Όσοι λαμβάνομαι μέρος  παίρνουμε έμπνευση από  εικόνες που μας δίνει η Μαίρη μετά από κλήρωση. Η εικόνα που έτυχε σε μένα ήταν αυτό το όμορφο σκαρί το λουσμένο με ήλιο].




 

 

 

 

 


Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2021

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021

Καλό μήνα


Ήρθε η ώρα να παρουσιαστώ κι εγώ… Καλώς σας βρήκα! Το όνομά μου είναι Φεβρουάριος και δεν θέλω ν’ ακούσω γέλια, ειρωνείες και τα τοιαύτα.

Τι θα πει είμαι κουτσοφλέβαρος; Απλώς είμαι ψυχοπονιάρης.  Δώσε μία μέρα απ’ εδώ, δώσε μία μέρα από κει, έμεινα λειψός.  Εγώ  και την ψυχή μου δίνω για σας. Και μια και μιλάμε για ψυχή και για τις ψυχές νοιάζομαι και για τους ερωτευμένους επίσης. Όσο  για τους γλεντζέδες, γι’ αυτούς και αν  νοιάζομαι. Τόσα καρναβάλια πια!

Τι, δεν έχω λουλούδια όπως ο ξανθός Απρίλης και ο Μάης ο μυρωδάτος;  Ναι λες και δεν σας έχω δει πόσο έκθαμβοι κοιτάζετε την ανθισμένη αμυγδαλιά μου, που σας γεμίζει ελπίδα και αναπτερώνει το ηθικό σας, που νοιώθετε  ότι όπου να 'ναι τελειώνει  ο Χειμώνας.

Γι’ αυτό σας λέω, είμαι ο καλύτερος, πιστέψτε το και απολαύστε με!


Καλό μήνα φίλοι μου!

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

Το δώρο

 




Πικρές αναμνήσεις

Η μέρα έριξε την αυλαία της με ένα φαντασμαγορικό ηλιοβασίλεμα στα νερά του Ιονίου και η νύχτα έκανε την εμφάνισή της μαζί με την πανσέληνο του Αυγούστου.

Ο Κωνσταντίνος και  Μαρίνα έπιναν το ποτό τους στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου χαλαρώνοντας μετά από μια ολόκληρη μέρα ανάμεσα σε μπάνιο στη θάλασσα και βόλτες στα αξιοθέατα του νησιού. Τα κορίτσια τους η Ισμήνη και η Ηρώ, είχαν βγει από ώρα να πιούν το ποτάκι τους σε κάποιο κλαμπάκι.

Κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε,  «πάω για ύπνο» της είπε και της έδωσε ένα φιλί.

Όταν ξάπλωσε και  η Μαρίνα, ο Κωνσταντίνος είχε αποκοιμηθεί. Προσπάθησε αρκετή ώρα να κοιμηθεί και αυτή, αλλά ο ύπνος είχε φύγει σαν κλέφτης για άλλη μια φορά.

Τριάντα ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από τότε και όμως ο νους της έτρεχε πάντα σε κείνον. Λογικά έπρεπε να είναι χαλαρή και να απολαμβάνει τις διακοπές της,  η καρδιά της  όμως την έκανε να αναρωτιέται αν και εκείνος περνούσε  καλά.

Με τον Κωνσταντίνο αγαπήθηκαν πολύ. Εκείνος νεαρός δικηγόρος και εκείνη μόλις είχε πάρει το πτυχίο της στη φιλοσοφική.  Έρωτας με την πρώτη ματιά. Μετά από ένα χρόνο γνωριμίας παντρεύτηκαν.  Είχαν περάσει οκτώ μήνες έγγαμου βίου, όταν η Μαρίνα κατάλαβε πως περίμενε το πρώτο τους παιδί.

Τα  γεγονότα όμως τους πρόλαβαν  πριν το πάρουν στην αγκαλιά τους. Εκείνον τον καταραμένο Απρίλη  η μοίρα ζήλεψε την ευτυχία τους  και βρέθηκαν εκείνος στη Γυάρο και εκείνη στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ.

Γέννησε στη φυλακή. Το παιδί δεν το είδε ποτέ, της είπαν πως το γέννησε νεκρό. Λογικό της φάνηκε ύστερα από τόσο ξύλο και ταλαιπωρία μέσα στη φυλακή. Ούτε αν ήταν κοριτσάκι ή αγοράκι δεν της είπαν οι βασανιστές της.

Όταν τελείωσαν οι πολιτικές ταραχές και ξανάσμιξαν, όσο και αν θρήνησαν το χαμό του παιδιού τους κατάφεραν να ανασυντάξουν τα κομμάτια τους και να αρχίσουν πάλι να ζουν.  Έκαναν δύο κόρες που τους έδωσαν όλη τους την αγάπη και που τώρα πια ήταν φοιτήτριες. Πάντα όμως  τους  έλειπε εκείνο το παιδί.  

 Η αποκάλυψη

Οκτώ χρόνια είχαν περάσει από την γέννηση εκείνου του παιδιού, όταν η Μαρίνα συνάντησε στο δρόμο εντελώς τυχαία την μαία που το μοιραίο εκείνο βράδυ την είχε ξεγεννήσει  στη φυλακή. Την αναγνώρισε αμέσως, αλλά και εκείνη  πρέπει να την γνώρισε, γιατί ταράχτηκε σαν την είδε.

Η Μαρίνα με φωνή που έτρεμε την ρώτησε για κείνη την νύχτα, την παρακάλεσε να της πει τουλάχιστον το φύλο του παιδιού.

Εκείνη έκανε νόημα σ’ ένα ταξί και την ώρα που έμπαινε της έδωσε ραντεβού για την επομένη σε γνωστή καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας για να της πει, «με το αζημίωτο» βέβαια,  όπως της είπε.

Την επομένη η Μαρίνα πήγε στο ραντεβού γεμάτη έξαψη. Όταν ήρθε και κείνη, της έδωσε τον φάκελο με τα χρήματα. Αυτή τα πήρε, τους έριξε μια ματιά γεμάτη ικανοποίηση και τα έβαλε γρήγορα στην τσάντα της, μουρμουρίζοντας σαν δικαιολογία  πως η σύνταξή της ήταν μικρή και οι οικογενειακές της υποχρεώσεις μεγάλες.

-Λοιπόν; την ρώτησε με αγωνία.

-Γέννησες ένα αγοράκι εκείνο το βράδυ.  Όμορφο, τα ματάκια του σαν δυο μαύρες χαντρούλες,  με κατάμαυρα μαλλιά, αρκετά για νεογέννητο. Όταν το ετοίμασα και το έντυσα, το πήραν και δεν ξέρω τίποτα άλλο, ούτε που το πήγαν, ούτε που το έδωσαν.

Όλη αυτή την ώρα η Μαρίνα την άκουγε με κομμένη την ανάσα. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και μέσα στα αναφιλητά της την ρώτησε.

-Δηλαδή ζει; Δεν γεννήθηκε νεκρό; Που το πήγαν; Ποιοι το πήραν;

-Δεν ξέρω τίποτα άλλο. Μάλλον το έδωσαν για υιοθεσία.  Μην με αναζητήσεις πια, δεν θέλω μπλεξίματα. Αν ήξερα κάτι άλλο θα στο έλεγα, θέλω να με πιστέψεις. Αυτά της είπε και χάθηκε βιαστικά μέσα στην κίνηση των δρόμων.

Από κείνη την ημέρα ξεκίνησε ένας νέος Γολγοθάς για τον Κωνσταντίνο και την Μαρίνα. Όσο όμως και αν έψαξαν, λόγω των ελλιπών στοιχείων, δεν κατάφεραν τίποτα. Το μόνο στοιχείο που είχαν ήταν μόνο μια ημερομηνία γέννησης είκοσι μία Οκτωβρίου 1967  και ότι πιθανότατα από την περιγραφή της μαίας το παιδί έμοιαζε στον Κωνσταντίνο.

Από τότε η Μαρίνα ζούσε με αυτή την προσμονή να αγκαλιάσει τον γιο της, να του χαρίσει το μητρικό της χάδι και κάθε χρόνο αυτή την ημερομηνία έβαζε άλλο ένα πιάτο στο τραπέζι για κείνον.

Την πήρε ο ύπνος το χάραμα την ώρα που τα κορίτσια ξύπνησαν για να ετοιμαστούν. Θα πήγαιναν ημερήσια εκδρομή το γύρο του νησιού.

Μετά από λίγες μέρες οι διακοπές τελείωσαν και όλοι με γεμάτες τις μπαταρίες γύρισαν στην βάση τους στην Αθήνα.

Η επέτειος

Ένα απαλό κτύπημα στην πόρτα και στο άνοιγμα ξεπρόβαλαν τα δυο κορίτσια με ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη. Κρατούσαν ένα δίσκο με αχνιστά καφεδάκια και κουλουράκια κανέλας.

-Να σας χαιρόμαστε! Είπαν και οι δυο μαζί. Χρόνια πολλά μαμά, χρόνια πολλά μπαμπά. Να σας βλέπουμε πάντα μαζί χαρούμενους και ευτυχισμένους. Ακολούθησαν αγκαλιές, φιλιά και χάδια.

- Λοιπόν εμείς φεύγουμε. Απολαύστε την ημέρα σας. Είναι όλη δική σας.

-Μην αργήσετε το βράδυ…

-Επίσημο δείπνο ε! Δεν το χάνουμε με τίποτα. Το δώρο σας θα σας το δώσουμε το βράδυ.  Α! απόψε θα έχουμε και καλεσμένο, είπε η Ισμήνη και έφυγαν γελώντας πριν αρχίσει η ανάκριση.

-Τι ήταν αυτό που πέταξε η Ισμήνη, λες να έχουμε παντρολογήματα;  Πάντως εδώ και μέρες όλο ψου ψου είναι και όταν με βλέπουν σταματούν την συζήτηση.

-Θα δείξει, είπε ο Κωνσταντίνος, τι λες πάμε για μπάνιο; Το βράδυ θα μας λυθεί η απορία για τον μυστηριώδη καλεσμένο.

-Πάμε, ας απολαύσουμε την τελευταία μέρα του Αυγούστου και την επέτειο γάμου μας και δίνοντας ένα φιλί πήγαν να ετοιμαστούν.

Μετά από λίγο κτύπησε το κουδούνι και ο Κωνσταντίνος πήγε να ανοίξει. Ήταν ένας υπάλληλος ανθοπωλείου που κρατούσε ένα καλάθι με όμορφα τριαντάφυλλα. Τα πήρε, έδωσε φιλοδώρημα στον νεαρό και έκλεισε την πόρτα.

-Κοίτα, ωραία μου κυρία, κάποιος με πρόλαβε και σου έστειλε λουλούδια, της είπε χαμογελώντας. Έχει και κάρτα. «Στους γονείς μου», γράφει. Άλλο και τούτο πάλι.

-Είδες καλέ μου που είναι και για τους δυο μας τα τριαντάφυλλα. Ήθελα να ήξερα ποια από τις δύο τ’ έστειλε, είπε η Μαρίνα καθώς τα έβαζε σε ένα όμορφα βάζο.

Το βράδυ το δείπνο ήταν έτοιμο, το τραπέζι στρωμένο με τα τριαντάφυλλα στη μέση.

Τα κορίτσια έφτασαν συνοδευόμενα από ένα συμπαθέστατο νεαρό γύρω στα τριάντα.

-Μαμά, μπαμπά απ’ εδώ ο Τζίμη, είπαν και οι δυο μαζί. Τον γνωρίσαμε στις διακοπές στο νησί.

Μετά τα πρώτα χαίρω πολύ, έπεσε μια αμηχανία. Η Μαρίνα δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από τα μάτια του νεαρού και ο Κωνσταντίνος για να ελαφρύνει λίγο την ατμόσφαιρα ρώτησε.

-Ποιο τρελοκόριτσο έστειλε τούτα τα πανέμορφα τριαντάφυλλα;

-Εγώ τα έστειλα! είπε ο νεαρός με αμερικάνικη προφορά.

-Παιδ… και πριν τελειώσει τη λέξη η Μαρίνα έπεσε λιπόθυμη στην αγκαλιά των κοριτσιών, που περίμεναν σε ετοιμότητα για παν ενδεχόμενο.

Ακολούθησε πανικός μέχρι να συνέλθει η Μαρίνα και να αρχίσουν τα κορίτσια τις εξηγήσεις.

-Όλα άρχισαν στις διακοπές, στην εκδρομή που πήγαμε για το γύρο του νησιού με το καραβάκι. Θυμάστε; είπε η Ισμήνη.  

-Ο Τζίμη ήταν και αυτός εκεί με την παρέα του, επενέβη η Ηρώ. Μόλις τον είδα, είχα την εντύπωση ότι από κάπου τον ήξερα, τον έδειξα στην Ισμήνη και την ρώτησα αν τον ξέραμε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί και αυτή, αλλά είχε την ίδια εντύπωση, ότι από κάπου τον ξέραμε.

-Έτσι τον πλησιάσαμε, πήρε το λόγο πάλι η Ισμήνη, αλλά μιλούσε αγγλικά με την παρέα του και καταλάβαμε ότι ήταν ξένοι τουρίστες που έκαναν διακοπές στην Ελλάδα. Μάλλον είχαμε κάνει λάθος, δεν τον ξέραμε. Όταν   το καραβάκι έφτασε στις γαλάζιες σπηλιές,  έριξε άγκυρα για να κάνουμε βουτιές στα γαλαζοπράσινα νερά. Όλοι όσοι είμαστε πάνω στο καράβι γίναμε μια παρέα και αρχίσαμε τις βουτιές και τότε είδαμε το σημάδι στον Τζίμη, ολόιδιο με αυτό που έχεις και εσύ μπαμπά στον ώμο σου. Μας κόπηκε η ανάσα. Καταλάβαμε ότι  αυτόν που μας θύμιζε ήσουν εσύ μπαμπά, όπως σε είχαμε δει σε φωτογραφίες όταν ήσουν νεαρός.

-Γνωριστήκαμε με την παρέα του, συνέχισε η Ηρώ, και κανονίσαμε να ξαναβρεθούμε το βραδάκι. Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες και έτσι μάθαμε ότι ήταν από την Αμερική και ότι οι γονείς του ήταν Έλληνες. Ξέρει   πολύ καλά  ελληνικά. Μάθαμε επίσης ότι στην Ελλάδα είχε έρθει για διακοπές, αλλά θα παρέμενε και λίγο παραπάνω για να ψάξει για τους πραγματικούς γονείς του, επειδή έμαθε πως είναι υιοθετημένος και ότι οι γονείς του είναι Έλληνες. Τα υπόλοιπα θα σας τα πει ο ίδιος. Και για να μην σας μείνει καμιά αμφιβολία πριν από δέκα μέρες κάναμε τεστ DNA. Σήμερα βγήκαν τα αποτελέσματα και έδειξαν ότι είμαστε εκατό τις εκατό αδέλφια από τους ίδιους γονείς.

-Είναι δυνατόν να είχαμε αμφιβολία, το σκίρτημα στην καρδιά  δεν  με γέλασε ποτέ, ψιθύρισε η Μαρίνα.

Για λίγες στιγμές κανένας δεν μιλούσε. Όλοι είχαν γίνει μια αγκαλιά. Δάκρυα χαράς, χάδια  και φιλιά αντικαθιστούσαν τα λόγια.

-Έμαθα ότι είμαι υιοθετημένος από την γιαγιά μου, την μητέρα της μητέρας μου, όταν ανέλαβε την επιμέλειά μου μαζί με τον παππού. Ήταν την χρονιά που πέθανε η μητέρα. Ήμουν οκτώ χρονών όταν την έχασα. Εκείνη με αγαπούσε πολύ. Ο πατέρας ήταν αδιάφορος μαζί μου και τον περισσότερο καιρό έλειπε σε ταξίδια λόγω της δουλειάς του. Λίγο μετά τον θάνατο της μητέρας, ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε και δεν με ήθελαν πλέον στα πόδια τους. Έτσι με ανέλαβε η γιαγιά και ο παππούς καλοί άνθρωποι, μου έδωσαν πολύ αγάπη. Δυστυχώς τους έχασα πριν από τρία χρόνια. Πρώτα τον παππού και μετά από λίγους μήνες και την γιαγιά. Ο πατέρας με την καινούργια σύζυγο απέκτησαν δικά τους παιδιά και αυτή έκαψε κάθε τι που ανήκε στη μητέρα μου, μαζί και τα χαρτιά της υιοθεσίας μου. Εγώ το μόνο που ήξερα ήταν η ημερομηνία γεννήσεώς μου και η γιαγιά ότι οι πραγματικοί γονείς μου ήταν Έλληνες και πως την μητέρα μου την έλεγαν Μαρίνα, επώνυμο δεν θυμόταν. Έτσι και με τα λίγα αυτά στοιχεία αποφάσισα να σας ψάξω. Ποτέ δεν  περίμενα πως η μοίρα θα μου το έκανε τόσο εύκολο.

Μέχρι το ξημέρωμα κανένας δεν αποχωρίστηκε την αγκαλιά του άλλου. Ο Κωνσταντίνος και η Μαρίνα καμάρωναν τα βλαστάρια τους και ευχαριστούσαν τον Θεό που φέτος πήραν το καλλίτερο δώρο για την επέτειο γάμου. Τον γιο τους!



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στην  φωτοσυγγραφική-σκυτάλη #6 που διοργανώνει  η Μαίρη https://ghinimatia.blogspot.com/2020/09/6_21.html .
Έναυσμα για να γράψω αυτή την ιστορία ήταν η φωτογραφία της Μαρίνας με τα όμορφα τριαντάφυλλα που είδατε στην αρχή και η λέξη Προσμονή που την συνόδευε.

Άλλος ένας κύκλος του αγαπημένου μας δρώμενου έφτασε στο τέλος του. Και σ' αυτόν τον κύκλο διαβάσαμε πολύ όμορφες συμμετοχές.





Μαίρη μου ελπίζω να μην μας αφήσεις και πολύ στην στέρηση μέχρι την έναρξη του νέου κύκλου. Εγώ πάντως τα πρώτα πυροτεχνήματα της λήξης τα έριξα. Σειρά σου τώρα... 

Σ' ευχαριστούμε πολύ!!!











Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021

Τα χαϊκού του Χειμώνα

 

Πυκνό το χιόνι

ξεκουράζεται στη γη

νερό θα γίνει.


Κάστρο του χιονιά

βαρύτιμα κρύσταλλα

σε πλαισιώνουν

Ζωή κρυμμένη

από το χιόνι κάτω

ήλιο καρτερά.

Ομίχλη παχιά

το χιόνι πέφτει πυκνό

καταχείμωνο.

Πουλί μοναχό

σε χιονισμένο κλαδί

ξεχειμωνιάζει.


Να περνάτε καλά!

Υ.Γ. οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο και ανήκουν στους δημιουργούς τους.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2021

Καλή Χρονιά


 

Το 2021 ήρθε!

Ανέβηκε στο θρόνο του. Δεξιά και αριστερά του πήραν θέση οι δώδεκα μήνες και οι τέσσερις εποχές. 

Μας κοίταξε όλους χαμογελώντας, μας χαιρέτησε και είπε στους βοηθούς του να μας μοιράσουν  τριακόσιες εξήντα πέντε κενές σελίδες και χρωματιστά μολύβια.

«Κάθε μέρα» μας είπε «θα γεμίζετε και από μία σελίδα.  Εσείς έχετε την επιλογή ν’ αποφασίσετε με τι χρώματα θα τις βάψετε, τι θα ζωγραφίσετε, τι μουσική θα βάλετε, τι θα γράψετε και προπάντων τι θα πράξετε. Εγώ απλώς  όταν θα έχουν γεμίσει όλες οι σελίδες,  θα φτιάξω μ' αυτές το προσωπικό σας ημερολόγιο, θα σας το δώσω και τότε εσείς θα κάνετε τον απολογισμό σας».

Αυτά είπε και μας ευχήθηκε καλή χρονιά!


Καλή χρονιά σας εύχομαι και εγώ με υγεία και χαρά.

Χρωματίστε με έντονα χρώματα τις μέρες σας.