Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Μια τούρτα μαγική


Γιορτάζω σήμερα μαζί με το έτερον ήμισυ και θα σας κεράσω μια τούρτα μαγική. 
Ένα κομμάτι για τον καθένα σας. 

Την έφτιαξα ανακατεύοντας ένα ανοιξιάτικο τριαντάφυλλο



με μια αγκαλιά κρίνους










πρόσθεσα  ένα κατακόκκινο γεράνι


ενίσχυσα με λίγα τριαντάφυλλα ακόμη 


έβαλα και μια χούφτα άνθη καλλιστήμονα




λίγη εσάνς από αγιόκλημα για άρωμα





Ξέρω ότι θα μου ευχηθείτε για την γιορτή μου πολλοί, έτσι επειδή με αγαπάτε,
γι' αυτό και εγώ θα σας πω ένα μεγάλο Ε Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ Ω  εκ των προτέρων.
Φιλάκια!

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Δάκρυα αγωνίας


Η Κατερίνα έκλεισε το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της,  έτσι και αλλιώς εδώ και ώρα δεν είχε καταφέρει να διαβάσει ούτε μία  σελίδα.
Κοίταξε το κοριτσάκι της που κοιμόταν πάνω στο άσπρο σεντόνι του νοσοκομείου και η καρδιά της σφίχτηκε. Έπιασε το χεράκι της που είχε τον ορό και άρχισε να της το χαϊδεύει. Ύστερα απόθεσε ένα γλυκό φιλί πάνω στα μικροσκοπικά δαχτυλάκια.
-Αχ! Κορούλα μου πια κακιά μοίρα σε μοίρανε και από τους πέντε μήνες της ζωούλας σου τους τρεις βρισκόμαστε σε τούτο το νοσοκομείο. Κάθε φορά που σε αλλάζω βλέπω την μεγάλη τομή που άνοιξαν οι γιατροί στην κοιλίτσα σου και πονάω. Όμως παρότι έγινε αυτό η κοιλίτσα σου πάλι έχει αρχίσει να πρήζεται από την κακή λειτουργία του συκωτιού σου και εσύ λιώνεις σαν το κερί.
Κοίταξε το εικόνισμα της Παναγίας πάνω από το κρεβατάκι του παιδιού. «Παναγία μου κάνε να προλάβουμε να της κάνουμε την μεταμόσχευση, τώρα που βρέθηκε ο πατερούλης της να είναι συμβατός δότης. Κάνε να περάσουν γρήγορα οι τρεις κρίσιμοι μήνες μέχρι να δούμε αν θα κρατήσει το μόσχευμα το κορμάκι της. Κάνε να γίνει καλά το κοριτσάκι μου, να γυρίσουμε σπίτι μας και να αγκαλιάσω και  το αγοράκι μου που έχω τόσους μήνες να το δω. Ας έχεις καλά τις γιαγιάδες που μου το προσέχουν…»
Προχώρησε προς το παράθυρο. Πέρα από το τζάμι είδε στον κήπο του νοσοκομείου τα πρώτα σημάδια της Άνοιξης να κάνουν την εμφάνισή τους. Στο χωριό σκέφτηκε τέτοια εποχή όλα θα είναι   ανθοστόλιστα. Της ήρθαν δάκρυα στα μάτια καθώς σκέφτηκε πως χωρίς την βοήθεια των συγχωριανών της, συγγενών και φίλων δεν θα είχαν χρήματα για να πάνε με  την κορούλα της στην Ιταλία που θα γίνει η μεταμόσχευση. Αλλά και πάλι λείπουν πολλά. Τριάντα χιλιάδες ευρώ δεν είναι εύκολο να βρεθούν. Η αγανάκτησή της μεγάλη, γιατί δεν φτάνει που και αυτή και ο άντρας της έμειναν χωρίς δουλειά, το κράτος το μόνο που τους δίνει είναι μειωμένα αεροπορικά εισιτήρια και ένα γιατρό ως συνοδό μέχρι το νοσοκομείο της Ιταλίας. Τα δάκρυα τώρα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια της.
Έξω άρχισε να σουρουπώνει και η Κατερίνα έσυρε τα βήματά της και πάλι δίπλα στο προσκέφαλο του παιδιού της.


Με τούτη την ιστορία έλαβα μέρος στο "Παίζοντας με τις λέξεις" που διοργανώνει η Μαρία. Πραγματικά όσοι δεν διαβάσατε τις συμμετοχές ανατρέξτε  στο blog της για να τις διαβάσετε.
Η ιστορία μου δυστυχώς είναι αληθινή. Η Κατερίνα είναι ανιψιά μου και βιώνει πραγματικά ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε άνθρωπο. Εκείνες τις ημέρες που ετοιμάζονταν να φύγουν για Ιταλία η σκέψη μου δεν μπορούσε λεπτό να φύγει από αυτήν και επομένως δεν μπορούσα να γράψω τίποτα άλλο. 
Αυτή την στιγμή βρίσκονται σε νοσοκομείο στην Ιταλία και κάνουν τις τελευταίες εξετάσεις πριν την μεταμόσχευση. Ελπίζω να πάνε όλα καλά και να γυρίσουν κοντά μας γεροί και δυνατοί.
Να είστε όλοι καλά.
Φιλιά!


Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Ιστορίες της νύχτας: Οι κόκκινες γόβες

      


  Ο Τάκης κουρασμένος από το διάβασμα έσβησε το φως και ξάπλωσε για λίγο στο κρεβάτι. Οι σκέψεις του τον γύρισαν πίσω στα παιδικά του χρόνια. Πήγαινε  στην έκτη δημοτικού όταν συνέβη το γεγονός που σημάδεψε την ζωή του για πάντα. Ήταν όταν η γιαγιά του με δάκρυα στα μάτια του ανακοίνωσε πως οι γονείς του είχαν χαθεί για πάντα σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Έτσι απόμειναν οι δυο τους, ώσπου έχασε και εκείνη λίγο πριν φύγει από το νησί του για σπουδές στην Αθήνα.
         Είχε περάσει στην ιατρική και τώρα βρισκόταν στο πτυχίο. Το πρωί σηκωνόταν από τις πέντε να πάει στη λαχαναγορά, να ξεφορτώσει τελάρα με φρούτα, για να εξασφαλίσει το μεροκάματο που θα του επέτρεπε να τελειώσει τις σπουδές του. Οι γονείς του το μόνο που πρόλαβαν να του αφήσουν ήταν ένα σπίτι στο νησί, έρημο τώρα πια.  Μετά πήγαινε στη σχολή και κατόπιν διάβασμα.
     Τις σκέψεις του τις διέκοψε το ρυθμικό τακ τακ τακ. Κάθε βράδυ εδώ και δύο μήνες ανυπομονούσε να ακούσει αυτόν τον ήχο. Κοίταξε προς τον φεγγίτη του ημιυπόγειου που ζούσε.  Στο λιγοστό  φως που έριχνε  η λάμπα από την κολόνα του πεζοδρομίου περίμενε να δει εκείνα τα καλλίγραμμα πόδια πάνω στις δύο κατακόκκινες γόβες. Τακ τακ τακ και να οι κατακόκκινες γόβες έκαναν παρέλαση μπροστά στον φεγγίτη του. Απομακρύνονταν για λίγο και πάλι περνούσαν μπροστά από τον φεγγίτη. Ω! πως μισούσε εκείνα τα αυτοκίνητα που σταματούσαν και του έπαιρναν εκείνες τις κόκκινες γόβες. Καμιά φορά ξαναγύριζαν αργότερα μέχρι να σταματήσει άλλο αυτοκίνητο να τους τις πάρει πάλι. Άλλες φορές δεν ξαναγύριζαν...
       Απόψε τις χάρηκε περισσότερο, γιατί άργησε να σταματήσει κάποιο αυτοκίνητο. Όταν σταμάτησε και απόψε το τακ τακ τακ ξαναγύρισε στο διάβασμά του.
      Πέρασε αρκετός καιρός με δουλειά, διάβασμα και με μόνη παρέα κάθε βράδυ τις κόκκινες γόβες, ώσπου ήρθε η ημέρα που πήρε το πολυπόθητο πτυχίο. Γέλια, χαρές, κεράσματα με τους συμφοιτητές, μέχρι που εκείνοι έφυγαν για να συνεχίσουν τα γλέντια σπίτι τους με τους συγγενείς τους.
      Ο Τάκης γύρισε στο ημιυπόγειο και περίμενε να ακούσει και απόψε τον γνωστό ήχο που του κρατούσε παρέα στην μοναξιά του.
        Το τακ τακ τακ δεν άργησε να ακουστεί, τότε ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά και βρέθηκε μπροστά της, προτού κάποιο αυτοκίνητο του την κλέψει. Η κοπέλα ήταν όμορφη, λίγο πιο μικρή από αυτόν.
-Είμαι ο Τάκης, της είπε, έλα να σε κεράσω κάτι. Τον ακολούθησε. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε πως αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους. Κάτι σκίρτησε μέσα της και με κόπο κατάπιε τα δάκρυά της. Τώρα οι κόκκινες γόβες βάδιζαν δίπλα του και απολάμβανε τον ήχο τους μέχρι που έφτασαν στο εστιατόριο που βρισκόταν στην πλατεία. Κάθισαν και παρήγγειλαν.
-Μου αρέσουν οι κόκκινες γόβες σου, της είπε.
-Εγώ τις μισώ, του απάντησε.
-Τότε γιατί τις φοράς;
-Για να τιμωρήσω τον εαυτόν μου. Την κοίταξε με απορία και εκείνη συνέχισε... Δεν είμαι από την Αθήνα, πριν ένα χρόνο ζούσα με τους γονείς σε μια μικρή πόλη της επαρχίας. Οι γονείς μου δεν ήταν πλούσιοι, έτσι μόλις τελείωσα το λύκειο έπιασα δουλειά σε ένα κατάστημα που πουλούσε παπούτσια. Μια ημέρα παραλάβαμε την καινούργια κολεξιόν και ανάμεσά τους ήταν ένα ζευγάρι κατακόκκινες γόβες. Από την αρχή θέλησα να τις αποκτήσω και όταν στο τέλος του μήνα πληρώθηκα τις αγόρασα. Ήταν τόση η χαρά μου που τις φόρεσα αμέσως, βάζοντας τα παλιά μου παπούτσια σε μία τσάντα. Το βράδυ που σχόλασα ξεκίνησα με τα πόδια για το σπίτι μου χαζεύοντας στη διαδρομή τα παπούτσια και ήμουν χαρούμενη με τον όμορφο ήχο που έκαναν καθώς περπατούσα. Αυτό ήταν και το λάθος μου, γιατί απορροφημένη από τις σκέψεις μου δεν κατάλαβα τον άγνωστο άντρα που με ακολουθούσε και φτάνοντας σε μια νεοανεγειρόμενη  οικοδομή μου επιτέθηκε, με έσυρε ως εκεί και αφού ικανοποίησε τις ορέξεις του με παράτησε. Με βρήκε μία κυρία που έμενε εκεί κοντά μέσα στα αίματα και με οδήγησε σπίτι της. Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί και ειδοποίησε τους γονείς μου. Όταν ήρθαν αντί να μου συμπαρασταθούν τα έβαλαν μαζί μου. "Μας ντρόπιασες", μου φώναζαν, "Πως θα κυκλοφορήσουμε εμείς στην κοινωνία"  και αφού έκαναν μια σύσκεψη μεταξύ τους ψιθυριστά, η μάνα μου είπε να καθίσω στο ξένο σπίτι να την περιμένω και έφυγαν... Μετά από μισή ώρα ξαναγύρισε με μία βαλίτσα στο χέρι και μου είπε: "Έτσι που τα κατάφερες το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να πας στην Αθήνα κοντά στη θεία σου που και εκείνη τον ίδιο δρόμο με εσένα διάλεξε". Μου έβαλε στο χέρι λίγα χαρτονομίσματα και ένα σημείωμα με την διεύθυνση της θείας και έφυγε, χωρίς ούτε ένα φιλί. Ήρθα στην Αθήνα και στην αρχή έψαξα να βρω δουλειά, αλλά στο τέλος κατέληξα να είμαι το "κορίτσι" με τα κόκκινα παπούτσια και όχι η Καίτη, όπως είναι το πραγματικό μου όνομα, άλλωστε ποιον ενδιαφέρει το όνομά μου από όλους αυτούς που κοιμούνται μαζί μου για λίγες ώρες...
-Ενδιαφέρει εμένα Καίτη και από σήμερα θα είσαι μαζί μου αν βέβαια θέλεις και εσύ. 
      Το ημιυπόγειο στέγασε την ευτυχία τους, ώσπου έφυγαν για το νησί του. Εκεί ο Τάκης πήγαινε ως αγροτικός γιατρός και μετά θα άνοιγε το ιατρείο του εκεί.
      Το καράβι κόντευε να πιάσει λιμάνι και ο Τάκης με την Καίτη ανέβηκαν στο κατάστρωμα να δουν το νησί από μακριά. 
-Τάκη θέλω να σου πω κάτι. Ξέρω πως με γνώρισες από αυτά τα κόκκινα παπούτσια και ξέρω ότι σου αρέσουν, αλλά εγώ  δεν τα θέλω πια και με μια κίνηση τα έβγαλε και τα πέταξε στη θάλασσα.
Ο Τάκης έβαλε τα γέλια.
-Γιατί γελάς;
-Γιατί θέλω να σε δω τώρα που θα κατέβουμε πως θα περπατάς ξυπόλητη. Έβαλαν και οι δυο τα γέλια.
Κατέβηκαν αγκαλιασμένοι και μπήκαν στο πρώτο κατάστημα πού πούλαγε παπούτσια...

Με αυτή την ιστορία συμμετέχω Στις "Ιστορίες της νύχτας" μια ιδέα του blog "Η ζωή είναι ωραία"


Υ.Γ. Την ιστορία μου αυτή την είχα αναρτήσει και πριν 2 χρόνια
στο blog μου. Ελπίζω Αριστέα να μου συγχωρήσεις αυτή την μικρή 
αταξία που δεν έγραψα κάτι καινούργιο.

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Μάνα! Ένας Ήλιος φωτεινός


Η δικιά μου μαμά όλο "μη" και "πρόσεχε" και ανάκριση του τύπου "που θα πας;", "τι ώρα θα γυρίσεις", "με ποιους θα είσαι". Γεμάτη άγχος μη πάθουμε κάτι… ακόμα μέχρι και σήμερα.
Δεν ήταν να αργήσουμε λίγο, μας τα έψελνε κανονικά. Σήμερα βέβαια που είμαι και εγώ μαμά έχω και εγώ παρόμοιες  αγωνίες.
     Θυμάμαι κάποια φορά  όταν ήμουν περίπου 22 ετών γύρισα στο σπίτι στις 3:00 τα ξημερώματα... (το αργότερο που μου επέτρεπε ήταν 12).
Οι γονείς μου κοιμόντουσαν νωρίς γιατί έπρεπε να ξυπνούν με το που χάραζε να προλάβουν τις πολλές αγροτικές δουλειές τους. Μπήκα λοιπόν σαν την γάτα στο σπίτι, για να μην τους ξυπνήσω. Μάταιος κόπος... λες και με το ένα μάτι κοιμόταν η μάνα μου και με το άλλο αγρυπνούσε.
"Ελένη άργησες!" ακούω την φωνή της "Λίγο μαμά... δώδεκα και τέταρτο είναι".


(τα δύο ρολόγια δείχνουν διαφορετική ώρα...αλλά με μια απρόσεκτη ματιά ....μπορεί να μπερδευτείς)

                           

 Ήλπιζα πως μέσα στη νύστα της δεν θα ξεχώριζε που ήταν ο μικρός λεπτοδείκτης και που ο μεγάλος. Το κόλπο πέτυχε και λόγω αμφιβολιών την γλίτωσα, ωστόσο  την άλλη μέρα έκανε το σχόλιό της "νομίζω ότι άργησες πολύ χθες το βράδυ και ας λες εσύ ότι γύρισες στις 12:15. Εγώ από κει και μετά νομίζω πως δεν κοιμήθηκα πολύ, πως ξημέρωσε γρήγορα"… Σηκωνόταν σχεδόν πάντα στις 5 το πρωί για να κάνει ότι δουλειές είχε στο σπίτι και μετά να βοηθήσει τον πατέρα μου στις αγροτικές δουλειές.
Ακούραστη μέχρι και σήμερα που έχει πατήσει τα 90 και έχει δισέγγονα και παίζει μπάλα μαζί τους και γίνεται και πάλι παιδί…

Την αγαπώ πολύ  και γελάω τώρα πια όταν  σκέφτομαι τα πολλά "μη" της.
Ελπίζω να είναι για πολλά χρόνια ακόμη κοντά μας.

Να είναι καλά όλες οι μανούλες!
Φιλιά!

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Δάκρυα αλόγου

Χθες έλαβα ένα e-mail από έναν από τους καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο
και αφού μου έγραφε για κάποια παρουσίαση ενός βιβλίου, σε υστερόγραφο
μου έστειλε ένα ποίημα φίλου του ποιητή, που δυστυχώς η κηδεία του έγινε χθες.
Ο τίτλος της ανάρτησης μου είναι  ο τίτλος του ποιήματος.
Είναι συγκλονιστικό. Διαβάστε το!


 ΥΓ. Σήμερα πέθανε ο ποιητής και φίλος Αντώνης Στασινόπουλος
Η κηδεία του Παρασκευή, ώρα 17.00, στην Αγιαλεξιώτισσα.
Ὑστατο χαίρε, το ποίημά του από την τελευταία του συλλογή "Το βρέφος":






ΔΑΚΡΥΑ ΑΛΟΓΟΥ
Πρωινό Φλεβάρη, τα βουνά χιονισμένα ώς τους πρόποδες. Καταχνιά
και τσουχτερό κρύο. Ο ουρανός μολυβένιος, ρίχνει χιονόνερο. Μέσα
στα πανωφόρια τυλιγμένοι με κασκόλ, πάνω στη μηχανή. Από τις
παρυφές του Πανεπιστημίου Πατρών στρίβουμε προς τον κεντρικό
δρόμο. Ξάφνου, στα δεξιά μας, μες το χωράφι αντικρίζουμε ένα
άλογο καφετί να κείτεται στο έδαφος. Πλησιάζουμε πεζοί. Το θέαμα
αβάσταχτο. Μπερδεμένο το άλογο αλλόκοτα με το σκοινί. Το πίσω
πόδι να φτάνει στο κεφάλι. Χαϊδεύουμε το κεφάλι και τη χαίτη του.
Λύνουμε το σκοινί, το ξετυλίγουμε. Το άλογο ακίνητο, παγωμένο.
Τρίβουμε το πόδι να το ζεστάνουμε, όσο γίνεται, να το επαναφέρουμε.
Ελάχιστη διαφορά. Ώρες θα ήταν έτσι πεσμένο. Μάταια η προσπάθεια
να γλιτώσει από τη νυχτερινή καταιγίδα. Χαϊδεύουμε το μέτωπο,
το λαιμό, το στήθος του. Ανταπόκριση καμιά. Τα μάτια στυλωμένα,
ανήμπορα. Παραδομένο στην τύχη του.
Κι εκεί που ψάχνουμε λύση, ένα πράσινο φορτηγάκι εμφανίζεται.
Άντρας μεσήλικας, Ρομά, μάς χαιρετά και λέει: «Πάει αυτό, ξόφλησε».
Του ζητάμε βοήθεια να το μεταφέρουμε σ’ ένα από τα εγκαταλειμμένα
αγροτόσπιτα που ανήκαν στο πανεπιστήμιο. Σέρνουμε και οι τρεις το
ζωντανό κρατώντας ψηλά το κεφάλι. Με το φορτηγάκι το μεταφέρουμε
στο έρημο, πέτρινο σπίτι. Ξαπλώνουμε το άλογο στα άχυρα, κάτω στο
χωματένιο έδαφος του ισογείου. «Θα ψοφήσει» λέει ο τσιγγάνος, και
φεύγει. Εμείς φέρνουμε κτηνίατρο. Ψύξη και πνευμονία, η διάγνωση.
Εντριβές με καθαρό πετρέλαιο και ενέσεις κορτιζόνης, η θεραπευτική
αγωγή. 
Αν  αντιδράσει, θα τα καταφέρει» αποφαίνεται ο γιατρός.
Ο Φλεβάρης κοντεύει στο τέλος του. Θεραπείας συνέχεια. Υπομονή,
εντριβές, ενέσεις και ξενύχτι πλάι στο άλογο. Τρώει λίγο, και καθώς
είναι ξαπλωμένο ανοίγει πληγές. Γι’ αυτό και συχνά το μετακινούμε.
Μια μέρα, την ώρα της φροντίδας, δάκρυα του αλόγου έβρεξαν το
χέρι μου και έσταξαν στην καρδιά μου. Κόμπος συγκίνησης στο λαιμό.
Επιτέλους το άλογο αντιδρά! Το αγκαλιάζω, νιώθω την επιθυμία του
για ζωή. «Σαν άνθρωπος είναι» όπως λένε.
Αρχές Μαρτίου, κόβουμε χορτάρι από τα χωράφια. Το τάισμα
δύσκολο. Το άλογο κατάκοιτο ακόμη. Πρέπει να κρατάμε ψηλά το
κεφάλι από τη χαίτη για να φάει. Μόλις αφήνουμε το κράτημα,
το κεφάλι πέφτει στο πλάι. Ύπνος ανήσυχος, παραισθήσεις από την
κορτιζόνη τραντάζουν το σώμα του. Οι ενέσεις και οι εντριβές σταθερά
επαναλαμβάνονται. Βελτίωση. Από μέρα σε μέρα τρώει περισσότερο.
Ας είναι καλά η φίλη, η Πόπη, που μας επιτρέπει να κόβουμε φρέσκο
χορτάρι από το Γεωπονικό Ινστιτούτο.
Μέσα Μάρτη, το άλογο πασχίζει να σηκωθεί στα μπροστινά του
πόδια. Δεν έχει δυνάμεις και γονατίζει. Τώρα τρώει μόνο του με το
κεφάλι γερμένο πλάγια. Φαίνεται να αναρρώνει. Τρέφεται και τρέφει
την πίστη μας. Μέρα με την ημέρα αφορμές χαράς και ελπίδας. Μετά
από λίγο καιρό το άλογο σηκώνεται, με το κεφάλι να γέρνει αριστερά.
Τώρα μπορεί να βγει, να βοσκήσει στο χωράφι. Του κάνουμε παρέα
μέχρι το σούρουπο και το σταβλίζουμε στο ισόγειο του σπιτιού.
Απρίλης μήνας, φροντίζουμε τις πληγές που άφησε η κατάκλιση
στα καπούλια. Κι ένα πρωί το άλογο εξαφανίζεται. Ψάχνω. Πουθενά!
Αναστατώνομαι, καλώ τον Αλέξη. Φέρνουμε γύρα τα χωράφια με τη
μηχανή. Μετά από ώρα ακούμε γνώριμο χλιμίντρισμα. Ήταν το άλογό
μας, ο Ντορής, δεμένος με καμιά δεκαριά άλογα μαζί. Πάω κοντά του
κι εκείνο μου προτείνει το κεφάλι να το χαϊδέψω. Παίρνω το άλογο
και φεύγουμε. Οι πληγές του ήταν πασαλειμμένες με καμένα λάδια
αυτοκινήτου. Το τσίρκο MEDRANO ήταν στην πόλη μας. Ίσως αυτό
εξηγούσε την αρπαγή του. Στο τσίρκο θα το πουλούσαν οι Ρομά μαζί
με τ’ άλλα άλογα. Πράγματι, την ίδια μέρα έρχεται ο μεσήλικας Ρομά.
«Είναι δικό μου και το θέλω» επιμένει. Αρνούμαστε να το δώσουμε.
Ζητάμε να το αγοράσουμε, εμείς που το σώσαμε. Κανονίζουμε μια
τιμή και χάρις στο Φοιτητικό Συνεταιρισμό το αγοράζουμε.
Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά. Πολύχρωμα τα χωράφια κι εμείς
φυλάμε βάρδιες μέρα νύχτα, μη μας το ξαναπάρουν οι Ρομά, μέχρι να
φύγει το τσίρκο. Αρχές Μαΐου, οι πληγές στα καπούλια χειροτερεύουν.
Το καύκαλο έχει υποχωρήσει και τρέχει υγρό. Ήταν απόγευμα. Ο
Ντορής έτρωγε στο ντορβά. Καθώς φροντίζω τις πληγές του, ένα
καύκαλο υποχωρεί. Και τι να δω! Δεκάδες σκουλήκια! Μικρές τρύπες
παντού σαν κυψέλες μελισσών. Πάλι καλούμε τον κτηνίατρο. Εκείνος
βγάζει από την τσάντα του μια μεγάλη τσιμπίδα και ποτίζει μια γάζα
με ένα σκούρο υγρό. Την βυθίζει εκεί που είναι τα σκουλήκια. Αυτά
ψοφάνε και τα τραβάει με την τσιμπίδα και τη γάζα έξω. Αυτή η
δουλειά πήρε μια ώρα περίπου. Ο γιατρός μάς αφήνει την τσιμπίδα,
τις γάζες και το φάρμακο για να καθαρίζουμε τις πληγές καθημερινά.
Έτσι και έγινε. Τα τραύματα επουλώθηκαν γρήγορα. Τώρα ο Ντορής
ελεύθερος καλπάζει στα χωράφια. Πότε σηκώνει τα μπροστινά του
πόδια χλιμιντρίζοντας. Κι άλλοτε τινάζει τα πισινά του πόδια και
παίζει.



Εμένα με συγκλόνισε τούτο το ποίημα.
Εσάς;

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Σας αρέσουν οι φραουλίτσες;

Όμορφες, κατακόκκινες και λαχταριστές!




Τις έβαλα στο πιάτο, αλλά δεν σας φιλεύω, όχι γιατί είμαι αφιλόξενη

αλλά για να μην σπάσετε τα δοντάκια σας.


Οι φραουλίτσες μου πέτρωσαν, γιατί κοίταξαν την μέδουσα λίγο πριν ο Περσέας

της κόψει το κεφάλι....χαχα!




Οι φράουλες δυστυχώς είναι από τα πιο επιβαρυμένα με φυτοφάρμακα φρούτα,

γι' αυτό και οι δικές μου είναι μεταλλαγμένες, πέτρινες βαμμένες με ακρυλικά

χρώματα.

Ωστόσο η φράουλα είναι φρούτο με υψηλή διατροφική αξία καθώς είναι πλούσια

σε βιταμίνες C & A, κάλιο, μαγνήσιο και μαγγάνιο.

Καλό είναι να προτιμούμε εκείνες της βιολογικής καλλιέργειας.

Υ.Γ. Κατόπιν "εξαντλητικής ανακρίσεως" (βλέπε σχόλιο Αριστέας) θα ομολογήσω

πως τις έφτιαξα.

1. Διαλέγουμε μικρές κατά προτίμηση άσπρες πετρούλες που  το σχήμα τους να είναι

μακρουλό για να παραπέμπει στο σχήμα της φράουλας.

2. Τις πλένουμε, τις αφήνουμε να στεγνώσουν και μετά τις ζωγραφίζουμε.

3. Αν δεν είναι τελείως άσπρες οι πέτρες τις βάφουμε πρώτα με άσπρο χρώμα.

Όταν στεγνώσει το άσπρο τις βάφουμε με κόκκινο χρώμα.

Όταν στεγνώσει και αυτό κάνουμε με πράσινο χρώμα τα φυλλαράκια στην κορυφή

και μετά με μαύρο και άσπρο ή κίτρινο χρώμα κάνουμε τα σποράκια που έχει

η φράουλα στην επιφάνειά της με μικρές γραμμούλες.

4. Τέλος τις περνάμε με βερνίκι νεφτιού για να γυαλίσουν και να διατηρηθούν.

Ευχαριστώ για τα σχόλιά σας. Να είστε καλά.
Φιλάκια!

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015