Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα τρία κλειδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα τρία κλειδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Τα τρία κλειδιά


Μια φορά και ένα καιρό σε ένα όμορφο κτήμα ζούσε ένα ευτυχισμένο αντρόγυνο με τα δύο παιδιά τους. Οι γονείς δούλευαν στο κτήμα φυτεύοντας τη γη. Τα προϊόντα τους τα πουλούσαν στην αγορά. Τα παιδιά, όταν δεν πήγαιναν σχολείο, έπαιζαν με τα ζωάκια του κτήματος χοροπηδώντας ευτυχισμένα.
Κάποια μέρα όμως η μητέρα αρρώστησε και όσοι γιατροί κατέφθασαν δεν μπορούσαν να την κάνουν καλά.
Έτσι ο πατέρας ξεκίνησε να αναζητήσει το γιατρικό που θα την έκανε καλά. Τα παιδιά ήταν διαρκώς στο πλευρό της μητέρας και την φρόντιζαν. Όμως εκείνη χειροτέρευε και τέλος έπεσε σε βαθύ λήθαργο. Ο πατέρας πήγαινε ένας μήνας από την ημέρα που έφυγε και δεν είχε φανεί ακόμα. Τα παιδιά απελπισμένα κάθισαν στο κατώφλι του σπιτιού τους και άρχισαν να κλαίνε.
Ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά τους μια όμορφη νεράιδα. «Παιδιά  για να γίνει καλά η μητέρα σας πρέπει να της φέρετε να πιει νερό από την ακύμαντη λίμνη», τους είπε.
«Και που είναι αυτή;» την ρώτησε ο Φοίβος.
«Πάνω ψηλά σε κείνο το βουνό. Ο δρόμος θα είναι δύσκολος, μα πρέπει να τα καταφέρετε για να γίνει καλά η μανούλα σας. Πάρτε και αυτά τα τρία κλειδιά, θα σας χρειαστούν».



Τα παιδιά αφού φίλησαν την μανούλα τους, πήραν ένα παγουράκι και  ξεκίνησαν.
Μετά από ώρα άρχισαν να ανεβαίνουν το βουνό. Όσο προχωρούσαν σκοτείνιαζε ο τόπος και το μονοπάτι γινόταν δύσβατο. Σκουντουφλούσαν πάνω σε πέτρες και τα ποδαράκια τους είχαν γεμίσει γρατσουνιές.
«Δεν μπορώ άλλο», είπε η Μυρτούλα και έβαλε τα κλάματα, «τούτος ο  ανήφορος δεν έχει τελειωμό».
Κουράγιο αδελφούλα και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει, να θυμάσαι ότι πρέπει να σώσουμε την μανούλα μας.
Συνέχισαν χωρίς να ξεχωρίζουν τίποτα μπροστά τους, ώσπου κάτι εμπόδισε την πορεία τους. Ψηλαφιστά κατάλαβαν πως μια πόρτα υπήρχε εκεί. Αμέσως ο Φοίβος έβγαλε ένα από τα κλειδιά και την ξεκλείδωσε.
Μπροστά τους  φάνηκαν  πελώρια βράχια, ενώ στα αυτιά τους έφτανε θόρυβος από νερό που έπεφτε από ψηλά. Προχώρησαν μέσα από ένα στενό μονοπάτι και είδαν ένα καταρράκτη να ρίχνει με ορμή τα νερά του σε μια λίμνη. Όσο νερό όμως και αν έπεφτε στη λίμνη τα νερά της ήταν ασάλευτα.



Όταν πλησίασαν είδαν έναν άντρα αλυσοδεμένο σε ένα βράχο.
«Πατέρα πως βρέθηκες εδώ;».
«Φύγετε παιδιά μου, εδώ υπάρχει ένας κακός μάγος και θα σας κάνει κακό, αυτός με έδεσε».
«Μυρτούλα πιάσε εσύ νερό και εγώ θα ελευθερώσω τον πατέρα» είπε ο Φοίβος και βγάζοντας το δεύτερο κλειδί τον ελευθέρωσε, ενώ η Μυρτούλα γέμισε το παγούρι με νερό από την ακύμαντη λίμνη.
Ξαφνικά σηκώθηκε αέρας και η βροντερή φωνή του μάγου ακούστηκε.
Ο πατέρας και τα παιδιά  άρχισαν να τρέχουν προς τη μεγάλη πέτρινη πόρτα που έβλεπαν λίγο πιο κάτω.
Ο Φοίβος χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε το τρίτο κλειδί και την ξεκλείδωσε. Αμέσως βρέθηκαν σε ένα λιβάδι γεμάτο όμορφα λουλούδια και δέντρα.


«Σωθήκαμε» φώναξαν και έγιναν όλοι μαζί μια αγκαλιά. Αμέσως έτρεξαν στο σπίτι τους, έδωσαν στην μανούλα να πιει το νερό και  εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Τους αγκάλιασε με λαχτάρα και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Με αυτό το παραμύθι έλαβα μέρος στο παιχνίδι της Φλώρας. Στο κείμενό μας έπρεπε να συμπεριλάβουμε την φράση που υπάρχει με κόκκινα γράμματα στο παραμύθι μου.

Υ.Γ. το παραμύθι μου ήθελε λίγη περιπέτεια παραπάνω, αλλά λόγω του περιορισμού λέξεων(500) του παιχνιδιού δεν μπορούσα να το κάνω. Πριν το βάλω όμως στο "συρτάρι" θα το εμπλουτίσω λίγο.
Υ.Γ. όλες οι φώτο είναι από το διαδίκτυο.
Να είστε καλά.
Καλό Σαββατοκύριακο!
Φιλάκια!